Η αμοιβή ....

Η αμοιβή μου για την "καλή πράξη της ημέρας".
Πώς να σ' άφηνα να περιμένεις στη βροχή μ' ένα τριαντάφυλλο στο χέρι;


Κομμάτια ερημιάς .... *



 Το φως απομακρύνεται ήσυχα. Ο χώρος άδειος, απέραντος.
Βαδίζω ήρεμα χωρίς επιθυμίες, χωρίς σκέψεις. Στο πλάι μου η σκούπα του οδοκαθαριστή σαρώνει το δρόμο από τα αποτσίγαρα, το χρόνο, τις φωτογραφίες μου, τα τσακισμένα δένδρα, τις μάσκες, τις σκισμένες σημαίες. Πίσω από τα τζάμια πήλινες γλάστρες, μάτια επίμονα.
Κάποτε θα ξανάρθουν οι "τουρίστες" θα γίνουν ξανά όλα όμορφα για χάρη τους.
Με τέτοιες προσποιήσεις δε γεμίζει η ζωή.




* Σημειώσεις από περίπατο μου στη Νέα Ηρακλείτσα και Νέα Πέραμο Καβάλας.

Το τζαμί του Ιμπραήμ πασά, 1860. Κείμενο του Κυριάκου Λυκουρίνου.

 Σκίτσο της Mary Ad. Walker, με το τζαμί του Ιμπραήμ πασά, σημερινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Σε πρώτο πλάνο φαίνεται ο κεντρικός δρόμος της πόλης (σημερ. Κουντουριώτου), όπου αναπτύσσεται η αγορά. Παράλληλα στην ακτογραμμή διακρίνεται η Εγνατία οδός, που συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση. Η εκτός των τειχών περιοχή είναι ακόμη εντελώς ανοικοδόμητη.


Δυο λόγια για το ρόλο του τζαμιού
Το 1391 η Χριστούπολη καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς και για 140 χρόνια φέρει τα σημάδια της καταστροφής και της εγκατάλειψης. Υποδομές και λειτουργίες πόλης αποκτά η Καβάλα στα 1520-1530, όταν ο Ιμπραήμ πασάς, βεζύρης και κουνιάδος του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, κατασκευάζει μεγάλης κλίμακας έργα ύδρευσης, άμυνας και κοινής ωφέλειας.
Ένα από αυτά ήταν το μνημειακών διαστάσεων ομώνυμο τζαμί (τα τζαμιά έφεραν το όνομα του "χορηγού" τους), γύρω από το οποίο συγκροτήθηκε ένα μεγάλο külliye (κουλιγιέ). Τα külliye ήταν συγκροτήματα δημοσίων κτισμάτων που ιδρύονταν με το θεσμό του βακουφιού (αφιερώματος) και παρείχαν κοινωφελείς υπηρεσίες, θρησκευτικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα.
Το συγκρότημα της Καβάλας εκτεινόταν έξω από τη χερσόνησο της Παναγίας και περιλάμβανε: Εκπαιδευτικά και θρησκευτικά ιδρύματα. Ιμαρέτ, δηλ. «κουζίνα για σούπα», που τροφοδοτούσε τους άπορους, τους ταξιδιώτες και τους σπουδαστές. Χαμάμ και σεμπιλχανέ, δηλ. δημόσιο λουτρό και δημόσιες κρήνες. Γύρω από το τζαμί αλλά και έξω από τα τείχη της πόλης, κτίστηκαν χάνια, μαγαζιά, εργαστήρια, αποθήκες και στο βόρειο μέρος της σημερινής κεντρικής πλατείας οικοδομήθηκε μεγάλο καραβανσεράι, πανδοχείο για την εξυπηρέτηση των καραβανιών και των εμπόρων. Τα έργα της περιόδου 1520-1530 δεν άλλαξαν απλώς τη μορφή του μισοερειπωμένου χώρου. Έδωσαν πνοή στο μικρό οικισμό, βελτίωσαν τις συνθήκες ασφάλειας και διαβίωσης και συνέβαλαν στην αύξηση του πληθυσμού και στην τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, με δυο λόγια στην ανασυγκρότηση της πόλης.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ (δεύτερο μέρος)

Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη 

ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

Για πρώτη φορά το τοπωνύμιο "Καβάλα" αναφέρεται το 1470 στο ημερολόγιο του αιχμαλώτου Βενετού λοχαγού Angiolello. Δεν αναφέρεται όμως σαν όνομα πόλης, αλλά σαν τοπωνύμιο δοσμένο στην πλαγιά του βουνού. Τα δύο κάστρα που είδε ο Angiolello ήταν εντελώς έρημα κι ακατοίκητα. Tο ένα βρισκόταν στο βουνό και το άλλο στη θάλασσα. Από νεότερο έγγραφο του 1519 διαπιστώνεται ότι η Καβάλα ήταν ακόμα ακατοίκητη και ότι το τοπωνύμιο αφορούσε μια ορισμένη τοποθεσία. Σιγά σιγά επικράτησε όμως σε ολόκληρη την περιοχή, πράγμα που διαπιστώνεται και από τη μαρτυρία ενός οκτασέλιδου φυλλαδίου, που φυλάγεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, του έτους 1533. Στο φυλλάδιο αυτό, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα υπόμνημα για την απελευθέρωση των ελληνικών χωρών, αναφέρεται ότι πρόκειται να γίνει απόβαση στη Θεσσαλονίκη ή στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης ή "ακόμη μακρύτερα, έστω και εις Crysopolo, η οποία ήτο πόλις εις τον κόλπον, εις το όρος το καλούμενον ήδη la Cavalla, καταστραφείσα κάποτε, και όπου υπάρχει εν στενόν πέρασμα, ίνα πηγαίνει κανείς από την Ελλάδα εις την Κωνσταντινούπολη". Γίνεται φανερό πια ότι το τοπωνύμιο "Καβάλα" επεκτάθηκε κι επικράτησε και στη θέση της παλιάς Χριστούπολης. Ενώ όμως το φυλλάδιο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης του 1533 αναφέρει την επικράτηση της νέας ονομασίας πάνω στην παλιά της Χριστούπολης, δεν αναφέρει τη συνοίκηση της νέας πόλης, συνοίκηση που διαπιστώνεται από τις πληροφορίες που θα παραθέσουμε. Η παράλειψη αυτή εξηγείται μόνο αν ο συγγραφέας του φυλλαδίου αγνοούσε το νεοσυνοικισμό της πόλης, ή ότι θεώρησε περιττό να το αναφέρει, ή ότι είχε συντάξει το υπόμνημα πριν από χρόνια, όταν ακόμα δεν είχε συνοικισθεί η Καβάλα, και δημοσιεύτηκε αργότερα το 1533.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του περιηγητή Ρ. Βelon, που είχε περιοδεύσει τη Μακεδονία κατά τα έτη 1546-49, η Καβάλα είχε πρωτοαποικισθεί από Εβραίους που είχαν πάρει μαζί τους οι Τούρκοι, όταν επέστρεφαν από τον πόλεμο της Ουγγαρίας. Ο Βelon δε μας αναφέρει το χρόνο αυτού του γεγονότος. Αν συσχετίσουμε όμως τη μαρτυρία αυτή με την πληροφορία του Hammer που αναφέρει ότι οι Τούρκοι παίρνοντας μαζί τους και τους εξόριστους Εβραίους άρχισαν να υποχωρούν από τη Βούδα στις 24 Σεπτεμβρίου 1526 και αν λάβουμε υπόψη τη χρονική διάρκεια του ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, τότε θα πρέπει να τοποθετήσουμε χρονικά το γεγονός της εγκατάστασης των Εβραίων στην Καβάλα το 1527 ή το 1528.

Το 1591 πέρασε από την Καβάλα και μας την περιγράφει ο Gambriele Cavazza, γραμματέας του Λορέντσου Μπερνάρδου. Το 1667 την επισκέφθηκε ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή και το 1669 ο Γάλλος καπουκίνος Robert de Dreaux. Οι περιγραφές τους είναι ενδιαφέρουσες. Η πόλη χωριζόταν με ένα τείχος σε δύο μέρη, στην πάνω και κάτω πόλη. Το τείχος άρχιζε από το παλιό οικονομικό γυμνάσιο, που στεγάζει σήμερα το 5ο γυμνάσιο και το νυκτερινό, και έφθανε ως το φρούριο. Το τείχος αυτό, που σώζεται μέχρι σήμερα, πρέπει να κατασκευάστηκε μετά από το πέρασμα του Gambriele Cavazza (1591) και πριν από την επίσκεψη του Robert de Dreaux (1669).
Η Καβάλα του 1860. Τον Ιούλιο του 1860 η Αγγλική Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης έστειλε μια «ιεραποστολή» στα δυτικά Βαλκάνια για να ιδρύσει ευαγγελικές προτεσταντικές σχολές και να προσηλυτίσει τους βουλγαρικούς πληθυσμούς. Τον πάστορα της Αγγλικής Πρεσβείας συνόδευε η αδελφή του Mary Adelaide Walker. Έμεινε στην Καβάλα 2-3 μέρες και την απεικόνισε σε τέσσερις από τις παλαιότερες και ωραιότερες ζωγραφικές αναπαραστάσεις που έχουμε για την πόλη μας. Στην πρώτη, την ξυλογραφία που βλέπουμε, αξίζει να παρατηρήσει κανείς τις στέγες στους πύργους του κάστρου (αργότερα έπεσαν), τους πύργους του βυζαντινού «μακρού τείχους» που στέκουν ακόμη όρθιοι στο βάθος (πάνω από το Σανατόριο) και τις πρώτες μεγάλες καπναποθήκες της Καβάλας που κτίστηκαν εκείνη τη χρονιά ακριβώς έξω από τα τείχη της πόλης (των Εγγλέζων Abbott). (Σχόλιο του Κυριάκου Λυκουρίνου)
Το 1684 οι Βενετοί βομβάρδισαν την καβάλα κι επιχείρησαν να την καταλάβουν. Η προσπάθεια τους όμως απέτυχε, γιατί οι Τούρκοι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση και το κανόνι που έφεραν δεν μπορούσε να τους υποστηρίξει στη θέση που βρισκόταν. Πολύ αργότερα λεηλατήθηκε η Καβάλα από το ρωσικό στόλο, ο οποίος το 1771 πλησίασε την πόλη κι άρπαξε όλα τα σιτηρά που υπήρχαν στις ιδιωτικές και δημόσιες αποθήκες του λιμανιού.

Κατά την επανάσταση του 1821 οι Τούρκοι προέβησαν σε ξυλοδαρμούς και βιαιοπραγίες Καβαλιωτών για να κάμψουν το φρόνημα τους. Διασώζεται μάλιστα το όνομα του Κώστα Σερδάρογλου, που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στον πλάτανο για να εκφοβίσουν το ελληνικό στοιχείο. Η Καβάλα δεν επαναστάτησε λόγω του ολιγάριθμου ελληνικού πληθυσμού και λόγω της παρουσίας μεγάλου αριθμού Τούρκων στρατιωτών στην περιοχή τους. Συμμετείχε όμως στον απελευθερωτικό αγώνα μ' αγωνιστές της που κατέφυγαν και πολέμησαν στη νότια Ελλάδα. Αναφέρονται τα ονόματα του Θεοδώρου Καβαλιώτη και του Ιλαρίωνα Καράτζογλου. Του πρώτου διασώζεται το όνομα σε ένα δρόμο της Καβάλας, ενώ οι αρετές και η ανδρεία του δεύτερου εκθειάζονται από το Γιάννη Μακρυγιάννη στα απομνημονεύματα του. Εκτενή όμως βιογραφία του Ιλαρίωνα Καράτζογλου μας δίνει ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος στην ανακοίνωση που έκανε το 1986 στο Β' τοπικό συμπόσιο της Kαβάλας. Το 1835 ιδρύεται στην Καβάλα ελληνικό προξενικό πρακτορείο με πρώτο πράκτορα τον Παναγιώτη Σκουτερίδη. Λίγο αργότερα το προξενικό αυτό πρακτορείο θα αναβαθμιστεί και θα μετατραπεί σε υποπροξενείο. Από την αλληλογραφία των υποπροξένων, που διασώζεται στ' αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, διαφωτίζεται όλη η περίοδος της λειτουργίας του, ήτοι από το 1835 ως το 1913. Το υποπροξενείο από τη μια εξυπηρετούσε τα εμπορικά συμφέροντα των Ελλήνων, από την άλλη προστάτευε τα εθνικά συμφέροντα του ελληνισμού. Κατά την περίοδο μάλιστα του μακεδονικού αγώνα προσέφερε πολύτιμες εθνικές υπηρεσίες, γιατί οργάνωσε και διεξήγαγε τη νικηφόρα ένοπλη σύγκρουση.

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

Η Καβάλα στα νεότερα χρόνια γνώρισε τρεις περιόδους ακμής. Μία το 16ο αιώνα, όταν από το λιμάνι της Τούρκοι εξαγωγείς τροφοδοτούν την Ευρώπη με μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Πρόσφατες εργασίες, στηριγμένες στα βενετικά αρχεία, παρουσιάζουν το λιμάνι της Καβάλας σαν ένα από τα μεγαλύτερα εξαγωγικά κέντρα της Ελλάδας. Αλλεπάλληλες αποστολές πλοίων, που καταφθάνουν από τη Δύση, φορτώνουν στα δύο νέα λιμάνια του Βόλου και της Καβάλας σιτηρά, για να τα μεταφέρουν στην Ιταλία που πάσχει από έλλειψη. Η κρίση του 1548-52 άνοιξε το μεγάλο θησαυρό των τουρκικών σιτοβολώνων. Το λιμάνι της Καβάλας θα συνεχίσει τις εξαγωγές και στα επόμενα χρόνια, όταν νέες σιτοδείες θα χτυπήσουν την Ιταλία και τα άλλα κράτη της δυτικής Ευρώπης.

Η δεύτερη περίοδος της ακμής της είναι ολιγόχρονη. Αρχίζει με την ίδρυση του γαλλικού προξενείου της Καβάλας, το έτος 1701, από τον πρεσβευτή de Ferriol και λήγει το 1714 με την εκστρατεία των Τούρκων εναντίον της Πελοποννήσου. Στα 1715 η Καβάλα βρισκόταν σε παρακμή και το γαλλικό προξενείο υποβιβάστηκε σε υποπροξενείο, που συνέχισε τη λειτουργία του σαν εξάρτημα του προξενείου της Θεσσαλονίκης. Το 1756 το γαλλικό υποπροξενείο της Καβάλας δε λειτουργεί και οι προσπάθειες του Γάλλου προξένου D’ Evant το 1757 για επαναλειτουργία του δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Φαίνεται όμως πως επαναλειτούργησε γρήγορα, γιατί στα επόμενα χρόνια παρουσιάζει κάποια εμπορική κίνηση, που μειώνεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο γαλλικός εμπορικός οίκος LION, που είχε εγκατασταθεί το έτος 1771 στην Καβάλα, καταστρέφεται το 1786 και οι φορτώσεις των γαλλικών πλοίων από το λιμάνι της Καβάλας, που αναφέρονται συχνά, από τα 1786, στις εκθέσεις των Γάλλων υποπροξένων άλλων περιοχών, ελαττώνονται και χάνονται στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης.

Παράλληλα με το γαλλικό υποπροξενείο λειτουργεί στην Καβάλα και βενετικό υποπροξενείο, σαν εξάρτημα κι αυτό του βενετικού προξενείου Θεσσαλονίκης. Τα εισοδήματα όμως του υποπροξενείου δεν επαρκούσαν για τη συντήρηση του υποπρόξενου και το 1789 ο Κεφαλλήνας υποπρόξενος Φραγκίσκος Μαφάτης αναχώρησε από την Καβάλα και δεν επέστρεψε στη θέση του, ο δε πρόξενος της Θεσσαλονίκης Ιωσήφ Κοχ δεν μπόρεσε να βρει αντικαταστάτη που να ήθελε τη διεύθυνση του βενετικού υποπροξενείου της Καβάλας, επειδή οι αμοιβές ήσαν ελάχιστες και τα εισοδήματα αβέβαια και πενιχρά. Παρά την αυξομείωση που παρουσιάζει η εμπορική κίνηση της Καβάλας κατά χρονικά διαστήματα η γεωγραφική θέση καθιστά την πόλη σπουδαίο εμπορικό σταθμό, που δε χάνει την επικαιρότητα ακόμα και σε χρόνους που ανώμαλες καταστάσεις επιδρούν ανασχετικά στην εμπορική της ανάπτυξη. Η Καβάλα στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα είναι πράγματι η αποθήκη των εμπορευμάτων της Αιγύπτου, της Σμύρνης, των προϊόντων της Θάσου και άλλων νησιών του Αιγαίου.

Η τελευταία περίοδος της ακμής διαφέρει από όλες τις προηγούμενες. Το ελληνικό στοιχείο αναλαμβάνει και παίρνει στα χέρια του όλο σχεδόν το εμπόριο της πόλης. Η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Καβάλας οργανώνεται και φέρει σε πέρας ένα ηράκλειο έργο. Ο οικοδομικός οργασμός που παρατηρείται, ύστερα από την άδεια ανοικοδόμησης και έξω από το τείχη, διπλασιάζει την πόλη και πολλαπλασιάζει το ελληνικό στοιχείο. Μια δεύτερη συνοικία δημιουργείται και υψώνεται κοντά στην πρώτη, καθαρά ελληνική αυτή τη φορά, είναι η συνοικία του Αγίου Ιωάννη. Παρακολουθούμε τη νέα ιστορική περίοδο, που θα αλλάξει ριζικά την πόλη, μέσα από το πλούσιο ιστορικό υλικό της εποχής αυτής που μας έχει διασωθεί.

Η Καβάλα ως τα μέσα του περασμένου αιώνα ήταν μια μικρή πολίχνη, περιορισμένη μέσα στο παλιό κάστρο του συνοικισμού της παναγίας. Ο πληθυσμός της πόλης, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των περιηγητών, δεν ξεπερνούσε τους 2.000-3.000 κατοίκους. Δε γνωρίζουμε από το σύνολο αυτό των κατοίκων πόσοι ήσαν Έλληνες και πόσοι ήσαν Τούρκοι. Από σχετικές νεότερες μαρτυρίες συμπεραίνουμε ότι το ελληνικό στοιχείο μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα ήταν πολύ ελάχιστο σε σχέση με το τουρκικό. Στα 1821 ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης μόλις αριθμούσε μερικές δεκάδες μόνον. Τριάντα περίπου χρόνια αργότερα ο περιηγητής Β. Νικολαΐδης, που πέρασε από την Καβάλα, αναφέρει ότι η πόλη είχε 500 σπίτια, από τα οποία εξήντα μόνον ήταν κατοικημένα από ελληνικές οικογένειες. Τα υπόλοιπα ήσαν στα χέρια των Τούρκων. Υπήρχαν ακόμα και άλλα 300 σπίτια, μαγαζιά και εργαστήρια στα προάστια, που ήσαν στα χέρια των χριστιανών, πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τον ελληνικό πληθυσμό της Καβάλας μας δίνουν δύο νεότερα έγγραφα των ετών 1866 και 1874, που δημοσίευσε από τον κώδικα της μητρόπολης ο μακαρίτης δημοσιογράφος Δ. Δημητριάδης. Το πρώτο έγγραφο, που υπογράφεται από 89 χριστιανικές οικογένειες της Καβάλας, είναι μια αναφορά που απευθύνεται στο Πατριαρχείο και στρέφεται εναντίον των ενεργειών της μερίδας του Κουγιουμτζόγλου της Ξάνθης, που προσπαθούσε να επιτύχει ανάκληση του μη¬τροπολίτη Διονυσίου. Το δεύτερο έγγραφο του 1874 είναι ένας κατάλογος, όπου καταγράφονται οι 171 ελληνικές ορθόδοξες οικογένειες, που πλήρωναν αρχιερατική επιχορήγηση. Από την αρχιερατική αυτή επιχορήγηση των 18 γροσίων απαλλάσσονταν μόνο οι χήρες, οι χήροι και οι ανύπανδροι. Αν με βάση τον πίνακα της καταγραφής αυτής υπολογίσουμε τον πραγματικό πληθυσμό της Καβάλας, ο πληθυσμός αυτός δε θα πρέπει να υπερέβαινε τους 800-1000 κατοίκους. Στο τέλος της ίδιας δεκαετίας (1879-80) ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης αναμφισβήτητα αυξήθηκε, ενώ στη μεταγενέστερη απογραφή του 1905 ο χριστιανικός πληθυσμός βρέθηκε να είναι γύρω στις 10.000.

Η ραγδαία αυτή αύξηση του ελληνικού πληθυσμού της Καβάλας, που σχεδόν τριακονταπλασιάσθηκε κατά το διάστημα μιας πεντηκονταετίας, από το χρόνο της επίσκεψης του περιηγητή Β. Νικολαϊδη ως το χρόνο της απογραφής του 1905, οφείλεται στο καπνεμπόριο που άρχισε να αναπτύσσεται από τα μέσα του περασμένου αιώνα. Το εμπόριο του καπνού και του βαμβακιού έλαβε τεράστιες διαστάσεις στα μετέπειτα χρόνια. Η ανάπτυξη αυτή προκάλεσε τη μετακίνηση πολλών εμπόρων και εργατών που έρχονταν για μόνιμη εγκατάσταση στην καβάλα με την ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Από τις πρώτες οικογένειες που καταφθάνουν γύρω στα 1840 είναι η οικογένεια του Στέργιου Φέσσα, από τη Βλάστη. Από τη Βλάστη θα 'ρθει αργότερα και η οικογένεια του Νικολάου Γιάντσου. Από τις Σέρρες κατέφθασε η οικογένεια του Μιχαήλ Σπόντη, που έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στα κοινοτικά πράγματα. 0 Μιχαήλ Σπόντης διετέλεσε χρόνια υποπρόξενος της Αυστρίας και υπήρξε ο μεγάλος ευεργέτης της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Εξίσου σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο καπνέμπορος Μ.Φώσκολος, υποπρόξενος της Γερμανίας. Αλλες γνωστές οικογένειες καπνεμπόρων που έδρασαν στην Καβάλα ήσαν του Γρηγοριάδη, Ναλμπάντη, Τόκου, Βάρδα, Ιορδάνου, Σολού, Κωνσταντινίδη κ.ά.

Η εγκατάσταση του καπνεμπορικού οίκου των αδελφών Αλλατίνι θα δώσει μεγαλύτερη κίνηση στο καπνεμπόριο της καβάλας. Οι νέες αφίξεις καπνεμπόρων κι εργατών θα δημιουργήσουν το πρόβλημα της στέγασης. Η Καβάλα, περιορισμένη πάνω στο τριγωνικό ύψωμα του συνοικισμού της παναγίας, μέσα στα παλιά τείχη της πόλης, ασφυκτιούσε και ζητούσε επίμονα εξάπλωση προς τα έξω. Νέες οικίες δεν μπορούσαν να γίνουν, γιατί δεν υπήρχε ελεύθερος χώρος μέσα στην πόλη. Οι Τούρκοι, που κατείχαν και ενοικίαζαν τα περισσότερα σπίτια της πόλης, αντιδρούσαν στην εξάπλωση, για να μη χάσουν τα υψηλά ενοίκια που έπαιρναν από τους εμπόρους, που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη τους. Τελικά η άδεια της ανέγερσης οικιών και έξω από τα τείχη, ύστερα από αίτηση 11 Ελλήνων δημογερόντων και ενεργειών του Πατριαρχείου στην Υψηλή Πύλη, δόθηκε το 1864 και η ανοικοδόμηση άρχισε. Η αλματώδης ανάπτυξη της θα την καταστήσει πασίγνωστη σε όλη την Ευρώπη. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα γράφει η εφημερίδα "Κλειώ" της Τεργέστης στις 11 Νοεμβρίου 1879, όταν σε μακροσκελέστατο άρθρο της ασχολείται με το Γυμνάσιο που εγκαινιάσθηκε στην πόλη της Καβάλας: "Η τέως ολίγον γνωστή εις τε τον πολιτικόν και τον εμπορικόν κόσμον πόλις Καβάλα ένεκα του εν αυτή διενεργουμένου εμπορίου κατέστη πασίγνωστος εις άπασαν την Ευρώπην, και εφ' όσον προάγεται η καπνοφυτεία εν ταις περιφερείαις της βορειοανατολικής Μακεδονίας επί τοσούτον αναπτύσσεται και αυτή, και ήδη δύναται να θεωρηθεί μετά την Θεσσαλονίκην η εμπορικωτέρα πόλις της Μακεδονίας, ή μάλλον ο μόνος λιμήν των βορειοανατολικών επαρχιών αυτής, δι ου εξάγωσιν αύται τα ευγενέστερα αυτών προϊόντα, τον καπνόν και τον βάμβακα..."


Στη διάρκεια 1870-80 το καπνεμπόριο στην καβάλα βρίσκεται σε μεγάλη άνθιση. Οι καπνεμπορικές επιχειρήσεις παρουσιάζονται περισσότερο οργανωμένες. Πραγματοποιούν μεγάλες εξαγωγές σε χώρες του εξωτερικού και οι περισσότεροι καπνέμποροι, αν όχι όλοι τους, συνέχιζαν μια επιχείρηση που είχαν παραλάβει από τον πατέρα τους. Αναφέρονται πάνω από 25 ονόματα Ελλήνων καπνεμπόρων. Αυτοί ήσαν : Ν.Γ.Γρηγοριάδης, Ε.Γ.Γρηγοριάδης, Ι.Ναλμπάντης, Ν.Τζιμούρτος, Γ.Τζιμούρτος, Ι.Τζιμούρτος, Κ.Φέσσας, Γ.Κασάπης, Κ.Ρηγανέζης, Α.Σολού, Π.Φώσκολος, Μ.Φώσκολος, αδελφοί Φέσσα, Δ.Τόκος, Χ.Ιωάννου, Ι.Κωνσταντινίδης, Κ.Ενφιετζόγλου, Γ.Ιορδάνου, Ισαακίδης, Φιλιππίδης, Μ. Κολοκύθας, Μ. Βάρδας, Ηλίας Παπαηλίας, αδελφοί Ροδοκανάκη, Μ.Σπόντης και ο καπνέμπορος του Δοξάτου Α.Τζίμος. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Τούρκοι καπνέμποροι από τους οποίους οι σημαντικότεροι ήσαν ο Ζαδέ Αχμέτ εφένδης και ο φιλέλληνας Χατζή Εσσάτ εφένδης.

Η οικονομική αυτή ανάπτυξη είχε ως αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές δυνάμεις να εγκαθιστούν υποπροξενεία στην Καβάλα προκειμένου να εξυπηρετούν τα εμπορικά συμφέροντα τους. Το 1847 λειτουργούσαν ήδη στην Καβάλα τρία υποπροξενεία, ήτοι της Γαλλίας, Αυστρίας και Ελλάδας, που αυξήθηκαν κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1867 λειτουργούσαν έξι, ήτοι της Αγγλίας, Αυστρίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Πρωσίας (Γερμανίας) και Ελλάδας. Το 1868 ο Πέτρος Βάρδας, υποπρόξενος της Γαλλίας, πληροφόρησε στον Έλληνα συνάδελφο του Ηλία Βασιλειάδη ότι η Ρωσία σκόπευε να ιδρύσει στην Καβάλα υποπροξενική αρχή. Το ρωσικό υποπροξενείο πράγματι λειτούργησε κατά τα επόμενα χρόνια. Στα περισσότερα ξένα υποπροξενεία υπηρετούν ως υποπρόξενοι πλούσιοι Έλληνες έμποροι. Στο γαλλικό ο Πέτρος Βουλγαρίδης, στο αυστριακό ο Μιχαήλ Σπόντης και στο γερμανικό ο Μάρκος Φώσκολος. Μερικές φορές οι ίδιοι υποπρόξενοι αντιπροσώπευαν συμφέροντα δύο ευρωπαϊκών κρατών, όπως ήταν ο Πέτρος Βουλγαρίδης και αργότερα ο Κ.Βουλγαρίδης, που ήσαν υποπρόξενοι της Γαλλίας και της Ρωσίας. Από τους Έλληνες υποπρόξενους που υπηρέτησαν από το 1835 στο ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας ξεχωρίζουν οι Παναγιώτης Σκουτερίδης, Μάρκος Φώσκολος, Αρ.Παπαδόπουλος, Τσιμπουράκης, Γ.Σάρρος, Ν.Μαυρουδής, Ν.Σουΐδας και Άννινος Καβαλιεράτος.

Η οικονομική ακμή της πόλης δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την πνευματική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των κατοίκων της ελληνορθόδοξης κοινότητας Καβάλας. Ένα πλήθος αδελφοτήτων και συλλόγων που συστήνονται από το 1874 συμβάλλουν στη βελτίωση των κοινοτικών πραγμάτων. Ιδιαίτερα ο φιλεκπαιδευτικός σύλλογος "Αριστοτέλης", που ιδρύθηκε το 1879, με τη βοήθεια του Ν.Φιλιππίδη πραγματοποίησε ένα ηράκλειο άθλο στην Καβάλα. Η ανέγερση του σχολείου της Ομόνοιας, κατά τα έτη 1879-81, καθώς και άλλων κοινοτικών καταστημάτων, οφείλονται στην πρωτοβουλία του συλλόγου αυτού. Ο τελευταίος σύλλογος της σειράς αυτής, που ιδρύθηκε το 1902, είναι η "φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών", που συνεχίζει τη δράση του ως σήμερα.

Στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας η Καβάλα έχει όψη μεγαλούπολης. Υψώθηκαν τεράστιες καπναποθήκες, ιδρύθηκαν πολυτελείς κατοικίες, συστήθηκαν νέα σωματεία, άνοιξαν παντός είδους καταστήματα, λειτούργησαν νέα σχολεία, ανεγέρθηκαν μεγαλοπρεπή κτίρια, απέκτησε η κοινότητα νοσοκομείο, γυμναστήριο, νέο μεγάλο ναό, φιλαρμονική, βιβλιοθήκη, αναγνωστήριο και τυπογραφεία. Ο Γ.Χατζηκυριακού, που επισκέφθηκε την Καβάλα στα 1906, μας δίνει μια πολύ γλαφυρή και παραστατική εικόνα της κοινοτικής ευρωστίας και της κοινοτικής προόδου που συντελέστηκε στην Καβάλα κατά την τελευταία πεντηκονταετία. Πλούσιοι έμποροι γίνονται μεγάλοι χορηγοί και ευεργέτες της κοινότητας. Ο Μ. Σπόντης χάρισε το οικόπεδο πάνω στο οποίο κτίσθηκε το σχολείο της Ομόνοιας και στη συνέχεια προκατέβαλε όλη τη δαπάνη της ανέγερσης του διδακτηρίου για να χαρίσει τελικά και το ποσό των 50.000 γροσίων. 0 Σπύρος Σεκερτζής κάλυψε όλη τη δαπάνη της ανέγερσης του νοσοκομείου "Ευαγγελισμός". Εξέχοντες Καβαλιώτες ανέλαβαν την πρωτοβουλία της ίδρυσης του παρθεναγωγείου κατά τα έτη 1891-93.

Από τους μεγάλους δασκάλους της πόλης ξεχωρίζει η εξέχουσα προσωπικότητα του Θεοδώρου Καβαλιώτη, που έδρασε στη Μοσχόπολη. Η ζωή και το έργο του αναφέρεται στη διατριβή του συναδέλφου Στάθη Κεκρίδη. Εξίσου μεγάλη φυσιογνωμία είναι και ο Νικόλαος Φιλιππίδης, που έδρασε στην Καβάλα κατά την περίοδο 1879-81. Ακολουθούν οι μορφές του Αρ. Στάνη, Βασιλειάδη, Πολίτη κ.ά. Εκείνος όμως που στάθηκε η ψυχή της πόλης για μισό αιώνα είναι ο ποιητής Ι.Κωνσταντινίδης. Πρωτοστάτησε σε κάθε πνευματική και εθνική εκδήλωση της ελληνορθόδοξης κοινότητας και σαν άλλος Τυρταίος τριγυρνούσε με τη λύρα στο χέρι για να εμψυχώσει τον υπόδουλο ελληνισμό και να ψάλει με τους στίχους του τη μελλοντική ανάσταση του. Οι στίχοι του περνούσαν στο στόμα του λαού και γίνονταν εμβατήρια και πολεμικοί παιάνες.

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΒΑΛΑ

Η Καβάλα υπήρξε ένα από τα μεγάλα εθνικά κέντρα του υπόδουλου ελληνισμού κατά τους τελευταίους χρόνους της τουρκοκρατίας. Η οργάνωση της παιδείας σ' όλη τη βορειοανατολική Μακεδονία και τη δυτική Θράκη μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου έγινε με πρωτοβουλία του Νικ. Φιλιππίδη και με κέντρο την Καβάλα. Η σύσταση φιλεκπαιδευτικών συλλόγων και ο εκπαιδευτικός οργασμός που παρατηρείται κατά την περίοδο 1879-81 αναμφισβήτητα οφείλονται στη μεγάλη προσωπικότητα του Νικολάου Φιλιππίδη. Τα αναγνωρισμένα προσόντα του αποτελούσαν εγγύηση για την επιτυχία του έργου του στην Καβάλα. Τα πύρινα άρθρα του, που δημοσιεύονταν σ' εφημερίδες του εσωτερικού και εξωτερικού, ενθουσίαζαν τους Έλληνες, που αγωνίζονταν για ν’ αποτρέψουν το βουλγαρικό κίνδυνο.

Συνεχιστής του έργου του Νικ. Φιλιππίδη πρέπει να θεωρηθεί ο ποιητής Ιωάννης Κωνσταντινίδης, ο οποίος ματαίωσε το 1905 την εγκατάσταση του Βουλγάρου πρόξενου στην Καβάλα. Υπήρξε για χρόνια η ψυχή του μακεδονικού αγώνα στην περιοχή μας. Πραγματοποιούσε περιοδείες στις γύρω περιοχές, συνεργαζόταν με τις ελληνικές προξενικές αρχές, παρακολουθούσε κάθε ύποπτη κίνηση, μετέφερε εντολές του ελληνικού υποπροξενείου και έδινε χρήσιμες οδηγίες.

Ενεργό ρόλο στην εθνική υπόθεση έπαιξε το ελληνικό υποπροξενείο της Καβάλας κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα. Το εθνικό κέντρο Καβάλας οργανώθηκε από το ριψοκίνδυνο και ακαταπόνητο εργάτη της εθνικής ιδέας Στυλιανό Μαυρομιχάλη. Από 1ης Απριλίου 1906 πρόσφερε πολύτιμες εθνικές υπηρεσίες ως γραμματέας του υποπροξενείου καβάλας. Σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να μεταβάλλει όλες τις γύρω περιοχές σε μεγάλα εθνικά φυτώρια. Πλαισιώθηκε από ικανά στελέχη και σύστησε ειδικές εθνικές επιτροπές, που ακολουθούσαν κανονισμούς που είχε συντάξει ο ίδιος. Οι εργασίες του απέδωσαν γρήγορα, αφού πέτυχε να εμφυσήσει θάρρος και τόλμη στους υπόδουλους σε βαθμό που να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την πατρίδα. Η εθνική όμως δράση του Στυλ. Μαυρομιχάλη και των συνεργατών του θα διαφωτισθεί από το αρχειακό υλικό που βρίσκεται φωτοτυπημένο στο Δημοτικό Μουσείο Καβάλας. Η σχετική εργασία που ετοιμάζεται και στηρίζεται, βασικά, στην προ¬ξενική αλληλογραφία πρόκειται να δημοσιευθεί πολύ σύντομα.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

Η Καβάλα καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους τον Οκτώβριο του 1912. Στις 26 Ιουνίου 1913 ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο που ήταν αγκυροβολημένος στη Θάσο. Η απελευθέρωση έγινε με το εξής τέχνασμα. Παραγγέλθηκαν να 'ρθουν από τη Θεσ/νίκη 5 οπλιταγωγά. Αυτά συνοδευόμενα από το θωρηκτό "Ύδρα" άρχισαν να ανταλλάσσουν σήματα με το στόλο της Θάσου κι έδωσαν την εντύπωση της απόβασης. Στο μεταξύ τα αντιτορπιλικά "Λόγχη" και "Λέων", που δέχτηκαν στο Στρυμόνα την επίθεση μιας βουλγαρικής πυροβολαρχίας, με τις οβίδες που έριξαν ανέφλεξαν μια γειτονική πυριτιδαποθήκη της πυροβολαρχίας. Ο βομβαρδισμός αυτός και η ανάφλεξη της πυριτιδαποθήκης διασκόρπισαν ένα απόσπασμα 500 ανδρών και προξένησαν σύγχυση στη βουλγαρική φρουρά της Καβάλας. Κατά τη διάρκεια της νύκτας οι ηλεκτρικοί προβολείς των μεταγωγικών εξερευνούσαν την παραλία σαν να ζητούσαν σημείο απόβασης. Οι Βούλγαροι έντρομοι ερευνούσαν κι αυτοί τον ορίζοντα με τη βοήθεια προβολέα που είχαν μεταφέρει από την Αλεξανδρούπολη. Ύστερα όλα επανήλθαν στη σκιά. Πάνω από 2000 Βούλγαροι εγκατέλειψαν άτακτα την πόλη, ενώ βάρκα από την Καβάλα έσπευδε στον Κουντουριώτη για να αναγγείλει την ευχάριστη είδηση της αποχώρησης των Βουλγάρων μαζί με τη δυσάρεστη της απαγωγής των 27 προκρίτων Καβαλιωτών, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο επίσκοπος Μυρέων Αθανάσιος.

Το πρωί της 26 Ιουνίου το τορπιλοβόλο "Δόξα" με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Κριεζή προσορμίστηκε στην παραλία της Καβάλας, οδηγούμενο από γνώστη της ναρκοθέτησης του διαύλου. Το ναυτικό άγημα που αποβιβάστηκε έγινε αποδεκτό με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ οι μαθητές του Ημιγυμνασίου παρατεταγμένοι με τον καθηγητή Στάνη στην παραλία απέδιδαν τιμές και συνόδευσαν το άγημα στο Διοικητήριο, το σημερινό Πρωτοδικείο, όπου στον εξώστη του υψώθηκε η ελληνική σημαία.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ (πρώτο μέρος)

Κωνσταντίνου Ι. Χιόνη

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Πάνω στην τριγωνική χερσόνησο του λόφου της Καβάλας, από τις Καμάρες ως την άκρη του ακρωτηρίου, όπου βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας, μέχρι το 1864 περιοριζόταν η παλιά πόλη, που ήταν συνέχεια της αρχαίας Νεάπολης και της Βυζαντινής Χριστούπολης. Μέσα στον ίδιο χώρο, η ίδια πόλη παρουσιάζεται, σε διαφορετικές εποχές, με διαφορετικό όνομα. Κάθε όνομα είναι χαρακτηριστικό και αντιστοιχεί σε μια ιστορική περίοδο. Η Νεάπολη στην αρχαία περίοδο, η Χριστούπολη στη βυζαντινή και η Καβάλα στη νεότερη.

Την ιστορία της αρχαίας πόλης μας τη δίνουν σήμερα οι σκόρπιες ιστορικές μαρτυρίες που υπάρχουν στα κείμενα των αρχαίων, τα ανασκαφικά ευρήματα που ήρθαν κατά καιρούς στο φως, οι επιγραφές και τα ψηφίσματα που βρέθηκαν και που μνημονεύουν αξιόλογα γεγονότα της πόλης. Η αρχαία τειχοδομία διακρίνεται από τις νεότερες επισκευές και ο σημερινός επισκέπτης εύκολα ξεχωρίζει τα όρια της παλιάς πόλης από τη νέα προέκταση της, που συνέχεια αυξάνει.

Από τη βυζαντινή εποχή η πρώτη περίοδος μας είναι σχεδόν άγνωστη, ενώ η τελευταία διαφωτίζεται από τις άφθονες μαρτυρίες που είναι διασκορπισμένες στις πηγές των παλαιολόγειων χρόνων.

Η νεότερη ιστορία της πόλης πλουτίσθηκε κατά την τελευταία διετία από τις ανακοινώσεις των τριών Συμποσίων που πραγματοποιήθηκαν στην Καβάλα κατά τα έτη 1977, 1986 και 1989 και από το πλούσιο αρχειακό υλικό που έχει συγκεντρωθεί στο Ιστορικό Αρχείο του Δημοτικού Μουσείου Καβάλας. Η συγκέντρωση του υλικού αυτού έγινε με πρωτοβουλία του δημάρχου Καβάλας κ. Λευτέρη Αθανασιάδη, ο οποίος φιλοδοξεί να καταστήσει το Δημοτικό Μουσείο της πόλης πραγματικό πνευματικό κέντρο. Με τη φροντίδα του φωτοτυπήθηκε από τ' αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών η αλληλογραφία του ελληνικού υποπροξενείου της Καβάλας, που καλύπτει τη χρονική περίοδο 1835-1913. Με τις προσωπικές ενέργειες του αποκτήθηκαν φωτοαντίγραφα από τα αγγλικά και γαλλικά αρχεία, που διασώζουν την αλληλογραφία των αντίστοιχων υποπροξενείων που λειτούργησαν στην Καβάλα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Οι δύο τελευταίες εκδόσεις που πραγματοποιήθηκαν από το Δημοτικό Μουσείο καβάλας και οι άλλες δύο που προγραμματίζονται αποβλέπουν στην προαγωγή της ιστορικής έρευνας και επιστήμης στην περιοχή μας. Η επανέκδοση της ιστορίας της Καβάλας θα προσφέρει όλο το νέο ιστορικό υλικό, που ήταν άγνωστο κατά το χρόνο της συγγραφής της ιστορίας της πόλης, ενώ η έκδοση της ιστορίας του μακεδoνικού αγώνα στις περιοχές Καβάλας - Δράμας και Θάσου θα διαφωτίσει την πρόσφατη ηρωική περίοδο, που οδήγησε στη μεγάλη εποποιία των ένδοξων βαλκανικών πολέμων.

Με τις ευχαριστίες μου στο δήμαρχο Καβάλας κ. Λευθέρη Αθανασιάδη που έθεσε στη διάθεση μου όλο το φωτοτυπημένο ανέκδοτο αρχειακό υλικό και με την υπόσχεση της σύντομης ολοκλήρωσης της ιστορίας της πόλης για επανέκδοση της περιορίζομαι σήμερα να δώσω μια πρώτη συνοπτική ιστορία της πόλης Καβάλας για χρήση των μαθητών.

ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ

Η Νεάπολη, όπως προκύπτει από ψήφισμα ακρωτηριασμένης επιγραφής που έχει συμπληρωθεί, ήταν αποικία των Θασίων. Ιδρύθηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα, όταν οι Θάσιοι προσπαθούσαν να διεισδύσουν στην απέναντι Θρακική παραλία. Η προσπάθεια τους όμως αυτή δεν έγινε ειρηνικά. Χρειάστηκαν πολυχρόνιοι πόλεμοι εναντίον των εντοπίων Θρακικών φυλών, στους οποίους έλαβε μέρος και ο ποιητής Αρχίλοχος.

Οι φορολογικοί κατάλογοι της Α' Αθηναϊκής συμμαχίας μνημονεύουν για πρώτη φορά τη Νεάπολη. Το έτος 454/53 π.Χ. αναφέρεται στους φορολογικούς αυτούς καταλόγους ως "Νεάπολις εν Θράκη" και ότι πλήρωσε 1000 δραχμές φόρο. Το 450 π.Χ. μνημονεύεται με τον ίδιο φόρο ως "Νεάπολις παρ' Αντισάραν", ενώ από το 449/48 αναφέρεται απλά και ως "Νεάπολις".

Κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο η Νεάπολη παρέμεινε πιστή στην Αθήνα. Έφθασε μάλιστα σε τέτοιο σημείο αφοσίωσης ώστε να στραφεί και εναντίον της μητρόπολης της, της Θάσου. Τα γεγονότα των ετών 412-407 διαφωτίζονται και από τις μαρτυρίες των αρχαίων ιστορικών και από τα επιγραφικά κείμενα που μας έχουν διασωθεί. Τα τιμητικά ψηφίσματα του αθηναϊκού δήμου εγκωμιάζουν τη Νεάπολη που συμπαραστάθηκε την Αθήνα κατά την ταραχώδη αυτή περίοδο. Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Λακεδαιμόνιους και τη σφαγή των αττικιζόντων θασίων από το Λύσανδρο η Νεάπολη φαίνεται πως δεν τιμωρήθηκε για την αφοσίωση της στους Αθηναίους.

Η Νεάπολη ήταν μέλος της Β' Αθηναϊκής συμμαχίας, που ιδρύθηκε το 378 π.Χ. κι έμεινε σύμμαχος της Αθήνας ως την κατάκτηση της από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο. Η κατάληψη των Κρηνίδων και η μετονομασία της σε "Φίλιπποι" υπήρξε το προμήνυμα της επερχόμενης κατάκτησης της. Ο Φίλιππος έγινε τόσο απειλητικός για τη Νεάπολη, ώστε η τελευταία αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια της συμμάχου της Αθήνας. Η παρουσίαση των Νεαπολιτών πρέσβεων στον αθηναϊκό δήμο έγινε το 355 π.Χ. Το διάβημα τους όμως αυτό έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, γιατί, αφού κατέλαβε ο Φίλιππος τα εδάφη μέχρι το Νέστο, που του παραχώρησε ο βασιλιάς Kετρίπορις, μοιραία η Νεάπολη απέβαινε επίνειο των Φιλίππων.

Οι μαρτυρίες που έχουμε για τα χρόνια που ακολουθούν είναι ελάχιστες. Η πιο σημαντική είναι ότι κατά τη μάχη των Φιλίππων ο λιμένας της Νεάπολης χρησίμευσε σαν βάση του στόλου της ρωμαϊκής δημοκρατικής παράταξης.

Κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ο λιμένας της Νεάπολης αποτελεί το τέρμα του εμπορικού δρόμου που ενώνει τους Φιλίππους με την Ανατολή δια μέσου της Αλεξανδρείας και Τρωάδας. Απ' εδώ εισβάλλουν οι διάφορες δοξασίες, οι ανατολικές θρησκευτικές λατρείες και τελευταία ο χριστιανισμός. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Απόστολος Παύλος γύρω στο 54 μ.Χ. Αποβιβάζεται στη Νεάπολη και πηγαίνει στους Φιλίππους, όπου και ίδρυσε την πρώτη χριστιανική εκκλησία στην Ευρώπη.

Οι μαρτυρίες γίνονται πιο σπάνιες στα επόμενα χρόνια. Τα Itineraria Antonini και Hierosolimitani, καθώς και τρεις ρωμαϊκές επιγραφές, μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες. Ακολουθούν πολλά χρόνια σιωπής ως τον 6ο αιώνα που η Νεάπολη αναφέρεται από τον Προκόπιο στο "Περί κτισμάτων" σαν μια από τις πόλεις που επισκεύασε το φρούριο της. Την ίδια εποχή μνημονεύεται και στο "Συνέκδημο" του Ιεροκλή σαν 25η πόλη της Μακεδονίας, που υπαγόταν στην επαρχία του Ιλλυρικού. Το βαθμιαίο πέρασμα από την αρχαία Νεάπολη στη βυζαντινή Χριστούπολη γίνεται αργά, σταθερά κι ανεπαίσθητα. Σιγά - σιγά η Νεάπολη θα παραχωρήσει τη θέση της και το όνομα της στη Χριστούπολη. Η τιμητική αυτή αλλαγή της ονομασίας σκοπό είχε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του χριστιανικού κόσμου στην πόλη που πρωτοδέχτηκε τον Απόστολο Παύλο και το Χριστιανισμό.

Για τη θέση της Νεάπολης διαφωνούσαν παλιότερα οι ερευνητές. Οι α¬νασκαφές όμως του Γ. Μπακαλάκη, που έγιναν για το σκοπό αυτό, έφεραν στο φως το ιερό της Αθηνάς παρθένου της Νεάπολης. Η ανεύρεση αυτή έλυσε το πρόβλημα της θέσης της αρχαίας πόλης. Από τα ευρήματα της Νεάπολης αξίζει να μνημονεύσουμε το κιονόκρανο της, τα όστρακα και τα αγγεία που βρέθηκαν, καθώς και τα επιγραφικά κείμενα, των οποίων οι παραστάσεις μαζί με τα ψηφίσματα στέκονται άφωνοι μάρτυρες της δύναμης και της δόξας της αρχαίας Νεάπολης.

Η γεωγραφική θέση της περιοχής αποτελούσε σε κάθε εποχή σπουδαίο στρατηγικό σημείο. Από την πόλη περνούσε η περίφημη "Εγνατία οδός", που άρχιζε από το Δυρράχιο και τελείωνε στα Κύψελα.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΠΟΛΗΣ

Οι βυζαντινοί μετονόμασαν την αρχαία Νεάπολη σε Χριστούπολη. Ο ακριβής χρόνος της αλλαγής της ονομασίας αυτής παραμένει άγνωστος. Οι πρώτες μαρτυρίες του νέου ονόματος υπάρχουν σε πηγές του 8ου και του 9ου αιώνα. Άρα η αλλαγή της ονομασίας πρέπει να έγινε πριν από το χρόνο της επικράτησης της. Η πρώτη μαρτυρία με το όνομα της Χριστούπολης είναι αυτή που αναφέρεται στο τακτικό του παρισινού κώδικα 1557Α, που το πρωτότυπο του είχε συνταχθεί το 746 μ.Χ. Η δεύτερη μαρτυρία συναντάται σε ένα μολυβδόβουλο που χρονολογικά ανήκει στην περίοδο των εικονομάχων αυτοκρατόρων. Η τρίτη μαρτυρία δίνεται από το βιογράφο του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτη, που πέρασε από τη Χριστούπολη το 820 περίπου. Η παρουσία βυζαντινού στρατού στη Χριστούπολη το 837 με αρχηγό τον καίσαρα Αλέξιο Μωσελέ αποτελεί την τέταρτη μαρτυρία.

Το 926 υψώθηκαν τα νέα τείχη της πόλης, γιατί τα παλιά, που παρέμειναν αφρόντιστα, είχαν φθαρεί από τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού. Η μαρτυρία αυτή προέρχεται από το κείμενο μιας εντειχισμένης επιγραφής που ανακάλυψε ο S. Reinach στο νεότερο παραλιακό τείχος της τουρκοκρατίας. Άλλη επιγραφή, που δημοσιεύτηκε από το Γ. Μπακαλάκη, μνημονεύει την πυρπόληση και την καταστροφή της πόλης από τους Νορμανδούς το 1185. Πολύτιμες πληροφορίες για τη βυζαντινή πόλη της εποχής αυτής μας δίνουν ακόμα ο Άραβας περιηγής Idrisi και ο σύγχρονος του Ιουδαίος Βενιαμίν της Τουδέλης.

Η τελευταία περίοδος της βυζαντινής πόλης είναι η πιό ταραχώδης. Η φραγκική κατοχή υπήρξε πολύ σύντομη στη Χριστούπολη. Οι Λομβαρδοί βαρώνοι που είχαν εγκατασταθεί στην πόλη ήρθαν σε ρήξη με τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ερρίκο. Στη μάχη που ακολούθησε κοντά στους Φιλίππους νικήθηκαν. Όσοι γλίτωσαν ξολοθρεύτηκαν από τους Έλληνες των περιχώρων. Πολύ σύντομα η πόλη πέρασε στην εξουσία του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη. Η Χριστούπολη οχυρώθηκε καλύτερα, γι' αυτό αποκρούσθηκαν οι Καταλανοί που επιχείρησαν αργότερα να καταλάβουν την πόλη. Μετά την αποτυχία τους κατέφυγαν στην περιοχή της Κασσάνδρας. Ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος για να εμποδίσει την επιστροφή τους στη Θράκη έκτισε ένα μακρό τείχος από το χείλος της θάλασσας ως την κορυφή του βουνού. Η ανέγερση του μακρού τείχους το 1307 στη Χριστούπολη έγινε γνωστή στους Καταλανούς από κάποιο αιχμάλωτο, γι' αυτό το λόγο, κι αν υπήρχε διάθεση να επιστρέψουν, εγκαταλείφθηκε. Η ανέγερση του διατειχίσματος του Ανδρόνικου Β' είχε χαρακτήρα οροθετικής γραμμής ανάμεσα στη Μακεδονία και στη Θράκη. Ακριβώς την εποχή αυτή εμφανίζεται και αναφέρεται από τους βυζαντινούς ιστορικούς και ο χαρακτηρισμός "στενά της Χριστοπόλεως".

Η περίοδος 1321-28 καλύπτεται από τον εμφύλιο πόλεμο των δύο Ανδρόνικων. Κατά την περίοδο αυτή η Χριστούπολη κατέστη κέντρο των ενεργειών του νέου Ανδρόνικου. Η διαμάχη τελικά ανάμεσα στον παππού και στον εγγονό κατέληξε στο μοίρασμα της αυτοκρατορίας. Η Χριστούπολη παρέμεινε στο νέο Ανδρόνικο και αποτέλεσε την οροθετική γραμμή ανάμεσα στις κτήσεις των δύο αυτοκρατόρων. Το 1325 διοικητής της Χριστούπολης ήταν ο Θεόδωρος Παλαιολόγος.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι συνεχίστηκαν και στα μετέπειτα χρόνια ανάμεσα στον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό και Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο. Η παραίτηση όμως του πρώτου και ο θάνατος του Στέφανου Δουσάν που συνέβησαν το 1355 ανακούφισαν κάπως την αυτοκρατορία. Το Μάρτιο του 1356 ή 1357, όπως μαθαίνουμε από ένα χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, παραχωρούνται τα κάστρα της Χριστούπολης, Ανακτορο;yπολης και Θάσου στο μέγα πριμικήριο Αλέξιο και στον πρωτοσέβαστο Ιωάννη, που ήταν αδέρφια. Ο Αλέξιος είχε πεθάνει προ του 1373, ενώ ο Ιωάννης συνέχισε να κατέχει τη Χριστούπολη μέχρι που αποσύρθηκε στη μονή του Παντοκράτορα, όπου και συνέταξε τη διαθήκη του το 1384.

Η Χριστούπολη δεν παρέμεινε για πολύ ελεύθερη. Το 1387 συνθηκολόγησε κι έγινε φόρου υποτελής στους Τούρκους. Η υποτέλεια της γίνεται γνωστή στις 22 Ιουλίου 1387 από ένα ψήφισμα της βενετικής συγκλήτου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1391, η Χριστούπολη κυριεύεται από τους Τούρκους και καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Το γεγονός της καταστροφής της μνημονεύεται σε μια ενθύμιση που αναγράφει: "εωκθ' ινδ. ΙΔ...εν αυτώ τω έτει εάλω η Χριστώνυμος πόλις και κατεδαφίσθη εκ βάθρων εις τάχος και οι οικήτορες ταύτης διεσκορπίσθησαν εν διαφόροις τόποις και χώρες" γέγονε δε τούτο το ολέθριον κακόν δια τίνων οικητόρων τήσδε της πόλεως- τοσαύτη δε γέγονεν η φθορά και η κατάλυσις των ενοικούντων χριστιανών ως έγωγε οίμαι, οία γέγονεν έκπαλαι επί Ναβουχοδονόσωρ εν τη Ιερουσαλήμ πόλει". Η Χριστούπολη ως πόλη έπαψε πια να υπάρχει και θα περάσουν 140 περίπου χρόνια για να ανασυνοικισθεί και να εμφανισθεί ξανά στο προσκήνιο της ιστορίας ως νέα πόλη, με νέο όνομα, το σημερινό όνομα της καβάλας.

Στις 18 Ιουλίου 1425 10 βενετικές γαλέρες είχαν πλησιάσει το κάστρο της Χριστούπολης. Από επιστολή του Βενετού πλοιάρχου Pietro-Jen, που είναι γραμμένη στις 23 Ιουλίου 1425, μαθαίνουμε ότι στο μέρος εκείνο βρίσκονταν τετρακόσιοι περίπου Τούρκοι ιππείς και πολλές στημένες σκηνές. Οι Τούρκοι θέλησαν να εμποδίσουν την απόβαση των Βενετών, αλλά η προσπάθεια τους απέτυχε και υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στα γύρω υψώματα. Οι Βενετοί, αφού τοποθέτησαν φρουρά για να εμποδίζει αυτούς που κατέφυγαν στα υψώματα, οι υπόλοιποι επετέθηκαν και κατέλαβαν το κάστρο. Η είδηση της κατάληψης του κάστρου της Χριστούπολης τρόμαξε τους Τούρκους τόσο "όσον κανέν άλλο πολεμικόν κατόρθωμα, διότι το κάστρον τούτο κείται εις σπουδαίαν στρατηγικήν θέσιν, είναι η δίοδος προς την Καλλίπολιν, προς την Ανδριανούπολιν και προς εν μέρος της Ελλάδος". Από την ίδια επιστολή μαθαίνουμε ότι το κάστρο είχε κατασκευασθεί από τους Τούρκους προ τεσσάρων μηνών. Οι Βενετοί συμπλήρωσαν το κάστρο, το 1425 που το κατέλαβαν, με ένα εξωτερικό καταφύγιο. Ο Βενετός στόλαρχος, αφού άφησε μια μικρή φρουρά για τη φύλαξη του κάστρου, αναχώρησε. Οι Τούρκοι όμως επετέθηκαν με 10.000-12.000 πεζούς και ιππείς που συγκέντρωσαν και ξανακατέλαβαν το κάστρο, ύστερα από εικοσαήμερη πολιορκία. Από ψήφισμα της 22ας Απριλίου 1426 μαθαίνουμε ότι η βενετική γερουσία πρότεινε στους διοικητές της Θεσσαλονίκης να ανταλλάξουν τους Βενετούς αιχμαλώτους της Χριστούπολης με Τούρκους.     (συνεχίζεται)

Πόλη φτιαγμένη από πέτρα και θάλασσα ή Στην πατρίδα του Μωχάμετ Άλυ και των καπνεργατών *


Αξιώτη Διαμαντή

Θα σε υποδεχθώ από την Ανατολή, από την οδό των παλαιών προσφύγων.

Πριν σου δείξω την πόλη μου θα σου προτείνω στάση στη γειτονική Καρβάλη, να προσκυνήσουμε το σεπτό σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Ο Θεολόγος πέθανε το 390 μΧ στο χωριό Γκέλβερι της Καππαδοκίας και οι πιστοί Καρβαλιώτες μετέφεραν, το 1924, τα άγια λείψανα στη νέα τους πατρίδα. Αυτά η σκέπη και η παρηγορία τους.

Πριν εγκαταλείψουμε το χωριό θα σου προσφέρω ένα πακέτο από τους φημισμένους αμυγδαλωτούς κουραμπιέδες του.

Δώδεκα χιλιόμετρα δυτικά κείτεται η πολιτεία. Ατόφια φτιαγμένη από πέτρα και θάλασσα. Μία χερσόνησος, δύο θάλασσες, δύο δρόμοι· από κει και πάνω τα μπαΐρια.

Στις πρώτες στροφές, εφαπτόμενο με τη συνοικία των Πεντακοσίων, θα σου δείξω το αλσύλλιο των “Σαράντα Πεύκων”. Πεντακόσια σπίτια προσφυγικά, σαράντα πεύκα επάνω στη θάλασσα. Το πρώτο δενδρύλλιο το φύτεψε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, το 1929, στην εορτή του πρασίνου, αφού πρώτα δέχθηκε επίθεση από καπνεργάτες οργανωμένους στο παράρτημα της Federation.

Το καρνάγιο της Καβάλας
Στην επόμενη στροφή: Η πρώτη θάλασσα, η χερσόνησος της Παναγίας, το Κάστρο, οι Καμάρες, το Καρνάγιο, οι ανατολικές καπναποθήκες.

Μικρή στάση στο Καρνάγιο: Σκάλες, ράουλα και τόκοι βουτηγμένα στο γράσο, το λάδι, το μίνιο και το βερνίκι. Τα σκαριά επάνω σε ξύλινες βάσεις, επάνω σε ξύλινο διάδρομο. Οι πάσσαλοι αλειμμένοι με λίπος, τα συρματόσχοινα σεταρισμένα, για την ασφαλή κάθοδο του σκάφους στη θάλασσα. Για την καλή ψαριά, το καλό ταξίδι.

Θα σε περάσω κάτω από τις τρεις σειρές των εξήντα υπερμεγεθών αψίδων Υδραγωγού, δόξα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και Κανουνί επονομαζόμενου, Δίκαιου Νομοθέτη. Από ένα πέτρινο αυλάκι της κορυφής πέρασε, το 1530, το πρώτον ύδωρ ζωής. Αργότερα πέρασε ο Άγιος Γεώργιος επάνω σε άσπρο άλογο. Τον άντρα που έπεσε από τις ύψους ογδόντα πήχεων επιβλητικές Καμάρες τον είπανε σαλό. Ερωτευμένος ήταν με μια Εβραιοπούλα, και πάει.

Το Κάστρο, σήμα κατατεθέν της πόλης. Το μακρό τείχος των Βυζαντινών, οι προσθήκες των Ενετών και οι πέτρες των Τούρκων αντιστάθηκαν σε πολιορκίες πειρατών και εχθρών. Έκλεισαν μέσα τους το Ιερό της Παρθένου, το Κονάκι και το Ιμαρέτ του Μουχαμάντ Αλή Πασά, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Και τους μετέπειτα κατοίκους: Οθωμανούς, Χριστιανούς, Αρμένιους και Εβραίους. Ένα σύμπλεγμα πύργων, προμαχώνων και ισχυρών τειχών που κατεβαίνουν μέχρι τη θάλασσα. Στην ακρόπολη απομεινάρια από δεξαμενές νερού, αποθήκες πυρομαχικών και τροφίμων, φυλακές. Σήμερα υπαίθριο θέατρο, εκθεσιακός χώρος, καφετέρια, όταν ευοδωθεί να ανοίξει η μονίμως κλειδωμένη Πορτάρα. Μη σε τρομάζει η ανάβαση. Το γραφικό τρενάκι του Δήμου, ιδανική λύση για επισκέπτες, παιδιά και ηλικιωμένους με ψώνια.

Στην κατεβασιά, μέσα από σοκάκια, σκαλοπάτια και αδιέξοδα, θα βρεθούμε στο Μπρίκι. Φρεσκοαλεσμένος καφές επάνω στο φρύδι του γκρεμού, με την πολιτεία απλωμένη στα πόδια σου. Αυτήν που ο Γάλλος περιηγητής ονόμασε, πόλη όμορφη, πολύχρωμη, φιλάρεσκη και πρόσχαρη. Από κει θα σου δείξω την άλλη θάλασσα, τον νότιο - αμφίκυρτο από το κύμα - λιμενοβραχίονα, τα επιφανή κτήρια και θα σου ονοματίσω τις συνοικίες της.

Δίπλα, το πλάτωμα του Φάρου. Από κάτω το Μονόπετρο. Αν κατεβείς τα λιγοστά σκαλοπάτια, ανάμεσα από τα γερτά πεύκα, θα σου ανήκει το απέραντο γαλάζιο, το Άγιον Όρος, η Θασίων Ήπειρος, η Κεραμωτή και η βαθιά Σαμοθράκη.

Αν απλώσεις τα χέρια στην έκταση, θα αγγίξεις την πρώτη χριστιανική εκκλησία της Παναγίας της Θεομήτορος, η οποία ονομάτισε όλη τη Χερσόνησο· το σπίτι όπου γεννήθηκε ο τον κόσμον κοσμών, Μωχάμετ Άλη, με τον εξαίσιο κήπο· τον Πασά έφιππο σε πράσινο από το χρόνο άλογο· την ευεργεσία του Ιμαρέτ.

Θα σου μιλήσω άλλη φορά για τον Πασά των τριών ιππουριδών, Ιδρυτή της Αιγυπτιακής Δυναστείας. Τη χριστιανική γαλουχία που δέχθηκε από μία Θασία, τα πρώτα ελάχιστα τριάντα χρόνια της ζωής του εδώ στην Καβάλα, μέχρι να εκστρατεύσει εναντίον των Γάλλων του Μέγα Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, να κατακτήσει ύπατα αξιώματα και να ονομαστεί Μέγας.

Η δεξιά πλευρά του δρόμου προς το Κέντρο κατειλημμένη από κάθε λογής ποιότητας και καλαισθησίας ταβέρνες.

Απέναντι, η εσαεί αγαθοεργία, το Ιμαρέτ. Ο αρτιότερος Μεντρεσές των Βαλκανίων. Τα πλείστα όσα κελλιά και διαμερίσματα διαμορφώθηκαν σε αυστηρό, πολυτελές ξενοδοχείο. Ούτως ώστε το όνομα του ευεργέτη να διαιωνίζεται με αγαθή προσευχή μέχρι την Δευτέραν Παρουσίαν.

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου κάτω, συγκεντρώνει όλες τις ιστορικές επιστρώσεις του χρόνου: Παλαιά χριστιανική του Αγίου Λαζάρου αρχικώς, Ιμπραχήμ Τζαμισί του Ενδόξου μετέπειτα, αποθηκευτικός χώρος του πολυτίμου όσο και δυσεύρετου άλατος στη συνέχεια, ναός του Αγίου όλων των θαλασσών στις μέρες μας. Το προκύψαν Βήμα του Αποστόλου Παύλου, στη νότια πλευρά, έλκει τους καθοδηγούμενους Κινέζους αδαείς να απαθανατίσουν το φανταχτερό ψηφιδωτό.

Ομφαλός της πόλης, η “Κόκκινη”, κάποτε, πλατεία Ελευθερίας. Εξεγέρσεις, διαδηλώσεις, πολυπληθείς πολιτικές ομιλίες, ο τελευταίος εν Ελλάδι σταθμός της Βασιλικής Δυναστείας, το “πουλί εκ της τέφρας” στα περάσματα, δεινοπάθησε και συνεχίζει να δεινοπαθεί από τις ευφάνταστες επεμβάσεις των εκάστοτε Αρχόντων.

Από την άλλη πλευρά της πλατείας, οι νεκροί καπνεργάτες της εξέγερσης του 1928 έγιναν μπρούντζινο σύμπλεγμα μπροστά από την περίβλεπτη καπναποθήκη του Κιζί Μιμίν, ημιτελές Πνευματικό Κέντρο του Δήμου σήμερα.

Οδός Κύπρου. Στα επιφανή κτίρια με τις πολεμίστρες, τα τρίγλυφα και τις παλμέτες, βρίσκεται συμπυκνωμένη η Ιστορία της πόλης. Ο βαυαρικός πύργος του Δημαρχείου, έδρα αρχικώς της Ανωνύμου Εταιρίας καπνών και πέραν θαλάσσης, η Μεγάλη Λέσχη των κυριών της Φιλόπτωχου, η μονή Λαζαριστών, το Μέγαρο Τόκκου, το Ηρώον από κάτω με τον πληγωμένο Άγνωστο, η Νίκη, η Δόξα, οι Βυζαντινοί, οι Μακεδονομάχες, οι τελετές, οι καταθέσεις στεφάνων και το βέβηλο σπρέι των ποδοσφαιρικών συνθημάτων.

Για να σε αποζημιώσω από τον βαρβάτο ποδαρόδρομο, θα σου προτείνω φαγητό στην ταβέρνα Άμμος στην ακτή Μπάτης ή στον Νικηφόρο της παραλίας, στο Τεμπελχανείο της Παναγίας, στον Κροκόδειλο των Δικαστηρίων ή όπου αλλού μας τραβήξουν οι μυρωδιές της πόλης.

Ένα ποτό, δύο ή περισσότερα στο ΜΑΟ, στο Μετά τις Δέκα, στο Νησί, στο Η Αλίκη έχει λάθος αγόρι. Γιατί η επόμενη μέρα έχει έξοδο. Προς δυσμάς.

*
Στα ερείπια του αρχαιολογικού χώρου των Φιλίππων, δεκαπέντε χιλιόμετρα δυτικά από την πόλη. Ακρόπολη, θέατρο, αγορά, μακεδονικά και ρωμαϊκά κτίρια. Τρίκλιτη βασιλική του 5ου αιώνα και η μεγαλοπρέπεια του γλυπτικού διακόσμου: κιονόκρανα, επίκρανα, θωράκια. Το Οκτάγωνο, το Επισκοπείο, η Αγορά, η Παλαίστρα και οι Θέρμες. Οι θεατρικές παραστάσεις του ομώνυμου Φεστιβάλ, αλιευμένες από το πανέρι των θερινών καλλιτεχνικών προσφορών.

Σε απόσταση αναπνοής το Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας της Φιλιππησίας. Η Πορφυροπώλης Ιουδαία από τα Θυάτειρα ακούει τον λόγο του Απόστολου των Εθνών Παύλου και βαπτίζεται πρώτη αυτή Ευρωπαία Χριστιανή στην όχθη του παρακείμενου ποταμού Ζυγάκτη. Στα ίδια νερά που τώρα βαπτίζονται ομαδικώς οι αλλόθρησκοι οικονομικοί πρόσφυγες.

Στη βόρεια παρειά της Ρωμαϊκής Εγνατίας οδού σώζεται το μνημείο του Ρωμαίου αξιωματούχου C. Vibius Quartus. Το ελληνικό τοπωνύμιο “Μεγάλο Λιθάρι”, στα τούρκικα “Ντικιλί Τας”. Εμφανής η φθορά στο κάτω τμήμα του τεράστιου σε όγκο μνημείου, εξαιτίας της παράδοσης που το συνδέει με τον Μέγα Αλέξανδρο, ως Παχνί του Βουκεφάλα. Τη σκόνη αυτού του τριμμένου μαρμάρου έπιναν οι γυναίκες για να γεννήσουν αγόρια, γερά σαν τον Μέγα Στρατηλάτη.

Πίσω από το εν λόγω μνημείο βρίσκονται τα μυστικά των βραχογραφιών, τα “γκράφιτι” της Εποχής του Σιδήρου. Μία πανάρχαια ιστορία χαραγμένη επάνω στους Μακεδονικούς γρανίτες. Γραμμένες Πέτρες από σχήματα και συνθέσεις: Μικροσκοπικοί ιππείς, κυνηγοί, ακοντιστές και τοξότες, αναπαραστάσεις αρμάτων, αλόγων και έφιππων πολεμιστών. Φίδια, ελάφια, βίσωνες και αλεπούδες. Άνδρες και ζώα με έντονα προτεταμένο το φύλο τους. Ακατανόητα σύμβολα που άλλοι τα εκλαμβάνουν ως σημάδια εξωγήινων και άλλοι ως αποκαλύψεις κρυμμένων θησαυρών.

Ως τελευταίο σταθμό θα σε οδηγήσω στο Πηλοθεραπευτήριο των Κρηνίδων· στη δική μας “Λάσπη”. Κάθαρση και ίαση σωμάτων και ψυχών. Ο μαύρος θησαυρός, μείγμα των θειούχων νερών και της τύρφης του βάλτου, καταπραΰνει τους πόνους και τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ευεργετεί, με την αποκατάσταση της υγείας των ποδιών και της μέσης. Εξαφανίζει την ψώρα, τη λέπρα, την φλόγωση και τους κνησμούς. Νεανικές ακμές και φλεγμονώδεις παθήσεις των γεννητικών οργάνων. Φέρνει, από τα πέρατα του κόσμου, γηρασμένες κυρίες που λαχταρούν δέρμα απαλό για το σώμα τους και άντρες που επιθυμούν την βλάστηση μαύρων μαλλιών στην κεφαλή τους – αν πέσουν στη λάσπη κατακόρυφα! πειράζονται μεταξύ τους οι λουόμενοι. Τέλος, το ιαματικό υγρό μεταγγίζει την κάθαρση της ψυχής, φυλακίζοντας τα λογής ανομήματα στο μαύρο πολτό.

Κι έτσι, αχνίζων και ανάλαφρος, θα σου προσφέρω γεύμα στο Κτήμα Παπαδόπουλου στο γειτονικό Ζυγός ή στο Μετόχι του Κρυονερίου.

Ξέρω, αγχωτική ξενάγηση, χωρίς το όρος Παγγαίο, δίχως τη νήσο Θάσο.

Όμως, σαράντα οκτώ ώρες για μια περιοχή με τόση Ιστορία!

Καβάλα, Ιανουάριος 2011                                                                 Διαμαντής Αξιώτης

* Η εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ζήτησε από είκοσι Έλληνες συγγραφείς να ξεναγήσουν στις πόλεις τους κάποιον ο οποίος έρχεται στα μέρη τους για πρώτη φορά και για επίσκεψη 48 ωρών.
Τα κείμενα δημοσιεύθηκαν στα Σαββατιάτικα΄ΝΕΑ στις 27 Αυγούστου 2011, με γενικό τίτλο ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ



Μανία Πόλεως

Κοσμάς Χαρπαντίδης

εκδόσεις επικαιρότητα Αθήνα 1993.

Φωτογραφίες: Γιώργος Βουλουτίδης

 

Μια σιγανή αναταραχή από λαό που αφυπνιζόταν με έπεισε ότι οι χιλιάδες περασμένοι κάτοικοι της πόλης δεν έστεργαν ν’ αφηγηθούν την ιστορία της, γιατί ποτέ δε θεώρησαν τις αφηγήσεις προνόμιο της δικής τους τάξης, γιατί βάραινε η εξουθένωση από την πολύωρη καπνεργασία, το μπάζωμα του λιμανιού και της προβλήτας, το φόρτωμα των πλοίων με τόνους παστάλια και το σπάσιμο του γρανίτη για να οικοδομηθεί πάνω στη σκληρή πέτρα η πόλη.

Παιδί κυνηγούσα το παιχνίδι και αυτό ολοένα γλιστρούσε

Ζούσα με εικόνες κι αναμνήσεις παιχνιδιού, σχεδόν εξορισμένες εξαιτίας της τοποθεσίας της πόλης, της πυκνής δόμησης και των στενών δρόμων. Πουθενά μια αλάνα, ένας κήπος, ένα στάδιο.

Μόνο στο Φρούριο, όπου πηγαίναμε εκδρομές με το σχολείο και τρέχαμε ανάμεσα σε θρυμματισμένα κανόνια κι ερειπωμένα δεσμωτήρια, σκουριασμένες κρεμάλες κι ανήλιαγες κρυψώνες, προσπαθούσαμε να ξεδιπλώσουμε το μικρό πανωφόρι του παιχνιδιού. Γρήγορα ξεφεύγαμε από την επιτήρηση των δασκάλων, σκαρφαλώναμε στις τάπιες κι από κει παίζαμε με την πόλη, που χανόταν σε μια γλυκιά ομίχλη από φρέσκο ψωμί, λαδομπογιά και καρνάγιο, ιώδιο και κάρβουνο.

Το βράδυ πάλι γινόμασταν συμμορίες και τρέχαμε μ.' ένα εεεεεε πίσω από σκυλιά που κουτσαίναν κι έναν τρελό που φορούσε φουρκέτες στο κεφάλι, ενώ οι μεγαλύτεροι μας τρόμαζαν με ιστορίες μακάβριες κάτω από τις σκοτεινιασμένες καμάρες.



Έπειτα ερχόσουν ως την άκρη των βράχων του Προφήτη Ηλία και κοίταζες τα πλοία που φεύγαν και τα παιδιά που τρέχαν, παίζαν τσιλίκι και ποδόσφαιρο, τσουλούσαν με το πατίνι και χάνονταν στην ψυχή του παιχνιδιού, απ' όπου γραπώνονταν για να μη σκέφτονται το χρόνο και πόσο αμείλικτος είναι για τους μικρούς, που ανυπομονούν να μεγαλώσουν.

Στρέφοντας το βλέμμα στα διαζώματα των πολυκατοικιών, που στριμώχνονται και πνίγουν το καμπαναριό του Αϊ-Γιάννη, δεν απορώ που μας παρέδωσαν μια πόλη έρημη από πράσινο και πάρκα. Παντού αξιοποίηση.

Μια γωνιά άφησαν αδειανή για όλες τις ανάγκες κι εκεί στριμώχτηκαν το βόλεϊ, το μπάσκετ το τένις κι οι κούνιες, λιγοστά παγκάκια, ίχνη καχεκτικής χλόης κι ένα παράθυρο στο ανοιχτό Αιγαίο. Τα πρωινά στο μοναδικό πάρκο συνωστίζονται τα φυλακισμένα παιδιά των γύρω πολυκατοικιών και αγριεύουν στο παιχνίδι (θυμάσαι, εμείς, κάποτε, ηρεμούσαμε παίζοντας), το μεσημέρι ο ήλιος και η αρμύρα το ξεραίνουν, για να παραδοθεί αργά το βράδυ στην ημιθανή ερημιά της επαρχίας.

*

Κι όμως, κάποιοι τους είχαν ταλέντο.

Τους βλέπω απογεύματα Κυριακής να τρέχουν να κρυφτούν από το κρύο στη Στέγη, πριν περάσει η μπάντα της Μεραρχίας και να παιδεύονται με τη χαλασμένη σόμπα μέσα σε χυμένα πετρέλαια και το λίγο πυρετό που τους έκαιγε. Ήθελαν κάτι παραπάνω από το ματς του Α.Ο.Κ. και τη βουτιά της Καλαμίτσας. Δεν κατέφυγαν στο θέατρο από ένα καθαρό καπρίτσιο, ούτε γιατί βασίστηκαν στα χειροκροτήματα μιας σχολικής απαγγελίας. Είχαν τη διαίσθηση να κρίνουν πως αλλιώς κλίνεται το ρήμα παίζω όταν συνοδεύεται απ' τις λέξεις ποδόσφαιρο, μπάσκετ, παιχνίδια, κρυφτό και διαφορετικά όταν κλίνεται ως υποκρίνομαι.

Ίσως βιάστηκαν —λέω τώρα— ν' ακολουθήσουν ένα επάγγελμα, όπου λυσσάει η ανεργία και σαρώνουν οι δημόσιες σχέσεις. Ίσως έμειναν παντοτινά επαρχιωτόπουλα πιστεύοντας πως θα βρουν πόρτες ανοιχτές όπως στο θεατρικό τους θερμοκήπιο, ξοδεύτηκαν σ' επιφανείς της Αθήνας σχολές θεάτρου (απ' όπου όλοι σχεδόν οι απόφοιτοι αριστεύουν) και χάθηκαν σ' ένα επάγγελμα όπου η σιωπή ισοδυναμεί με θάνατο.


Μπορεί να έγιναν ντεκόρ στις ταινίες του Αγγελόπουλου ή αρχιτρίκλινοι στις ταινίες του Βαφέα. Μπορεί να συντηρούν σανδαλοποιεία και καταστήματα με δερμάτινους Παρθενώνες στην Αμοργό ή τη Νίσυρο, μπορεί και ν' ασπρίζουν, κατόπιν μέσου, ταμίες σε τράπεζες.

Πάντως εδώ κανείς δεν τους μνημονεύει.

Διανύω τα μέρη όπου αντηχούσαν οι φωνές τους και τους συναντώ να ξεπηδούν από φτηνά και ευτελή προγράμματα παραστάσεων χιονισμένους από τη λήθη. Δε λάμπουν πια, ούτε υπόσχονται. Στέκουν απορημένοι κάτω από ένα δέντρο που φυσάει και ξεφυλλίζουν τις στερήσεις και τους ρόλους που δεν έπαιξαν.

*

Χαλασμένες γειτονιές. Το βουνό γύρω μια καμένη προσωπίδα, χωρίς ένδυμα και κόσμημα, κάνει το φως πιο κοφτερό και φωτίζει ανελέητα τις πολυκατοικίες που πληγώνουν τον ουρανό με την ευτέλεια τους, γιατί χτίστηκαν είτε βιαστικά είτε φθηνά και προπάντων για να προλάβει η πόλη την ανάπτυξη, αφού τη δεκαετία του πενήντα, εποχή που οι άλλες πόλεις γνώριζαν τις λέξεις 'αντιπαροχή', 'γκαρσονιέρα και μπανιέρα', 'θερμοσίφωνο και κοινόχρηστα' αυτή άρχισε να παρακμάζει με την εξαφάνιση του καπνεμπορίου που τη στήριζε. Μέσα σε μια δεκαετία, αυτήν του εβδομήντα, ρήμαξε και κατεδάφισε οτιδήποτε παλιό και σοφό έχτισε σιγά σιγά ο χρόνος και οι άνθρωποι για να φορέσει αυτό το κοινό κι αδιάφορο πρόσωπο που δεν έχεις όρεξη ούτε να το κοιτάξεις, γιατί ξέρεις πως δεν κρύβει εκπλήξεις. Όλα τώρα διαμορφωμένα στην τελική τους μορφή, χωρίς την άλμη του καπνού να γλείφει δρόμους και προσόψεις και με την εντύπωση πως σύντομα θα μας εκδικηθεί το παρελθόν.


*

Με χέρια και πείσμα σκάψαμε το κοίλο των Φίλιππων για να δημιουργήσουμε αναβαθμούς να καθίσουν οι πρώτοι θεατές, που έρχονταν από τα γύρω χωριά και την πόλη με φακούς στα χεριά, φανάρια και κεριά για να δουν, τι νομίζετε; ηθοποιούς να βγαίνουν μέσα από τα αρχαία χαλάσματα και να μιλούν τον αρχαίο λόγο, χωρίς σκηνικά και φωτισμούς. Με δανεική γεννήτρια του στρατού φωτίζαμε το θέατρο μέχρι που το αγάπησε ο Καραντινός κι έφερε το κρατικό.

Η πόλη αγαπούσε το φεστιβάλ που ανδρώθηκε μαζί της τα μεταπολεμικά χρόνια. Στη χούντα απειληθήκαμε με τις αναπαραστάσεις της εθνικής αρετής. Φοβηθήκαμε ότι το θέαμα με τις φωτισμένες καμάρες, τις λαμπαδηδρομίες που ξεκινούσαν από κει με άλκιμους νέους να φέρνουν το φως στην παραλία, τα πυροτεχνήματα, τις μαντολινάτες, τις χορωδίες και τα μαρς από τη στρατιωτική μπάντα θα κλόνιζαν το θέατρο και θα περνούσαμε κρίση.

Όμως όχι.

Η κρίση ήρθε αργότερα με την ευμάρεια και την εξάπλωση του ιδιωτικού αυτοκινήτου που συνεπήρε το μυαλό των ανθρώπων και τους έδιωξε μακριά από την πόλη στα παράλια του Παληού, της Ηρακλείτσας, της Περάμου, όπου άνθιζε μια άλλη ζωή με παμπ, μπαρ, ταβέρνες ξενυχτάδικα και άλλα ηχηρά και βάρβαρα.

Μόνο τη θάλασσα δεν τόλμησαν ν' αλλάξουν οι νέοι έποικοι. Αυτήν τη θεώρησαν υπεράνω πάσης υποψίας.

*

Για χρόνια ταύτιζα το χρώμα της πόλης —κάθε πόλη έχει το δικό της— με τριαντάφυλλα ροζ, που απελπισμένα σκορπούσε στη θάλασσα ο ήλιος, πριν δύσει. α, πρόσθετα και ελαφρές πινελιές πράσινου, πεύκο και ρηχά λαγαρά νερά με φυτείες κοχυλιών.

Όμως, η ευτυχισμένη των χρωμάτων εποχή κράτησε πενήντα χρόνια για την πόλη. Κι υστέρα ήρθε ο ιός της κόκκινης φλόγας. Συμμάχησε με την ξηρασία και την κάψα του καλοκαιριού και ξεκλήρισε το δάσος, απείλησε τους κατοίκους που ποδοπατήθηκαν στα πυρωμένα απ' τις φλόγες τενάγη της νύχτας για να περισώσουν τα λιγοστά υπάρχοντα και την ψυχή τους.

Υποχώρησε προς στιγμή, αλλά φώλιασε σαν σαράκι σ' ό,τι η πόλη συντηρούσε από παλιά. Αναβε εστίες και σώριαζε σ' ερείπια καπναποθήκες αιωνόβιες, παλιά σπίτια, γέροντες που εξαερώνονταν σε ξεχασμένες καλύβες, κειμήλια και ξυλόγλυπτα, μαγαζιά από τσατμάδες και κουφάρια που στηλώνονταν με κόπο και μαρτυρούσαν το παρελθόν.

Λαμπάδιασε αυτός ο ιός για ένα χρόνο το σώμα και την καρδιά της πόλης. Όταν υποχώρησε μαζέψαμε τη στάχτη και τ' αποκαΐδια μέσα σ' ένα μολυβί φως, ενώ ακούγονταν μεταλλικές πλάκες να συντρίβονται σ' ορειχάλκινα τάρταρα.


"Η Αννα του Κλήδονα"

Διαμαντής Αξιώτης

Φωτογραφίες κειμένου: Γιώργος Βουλουτίδης

Τα σπίτια μας ήταν αντικριστά।

Ένας δρόμος τα χώριζε, τι δρόμος δηλαδή, δυο μέτρα πράμα ήταν εκείνος ο κάθετος κατήφορος που έβγαζε ίσια στη θάλασσα।


Εγώ, αγόρι κοντοπαντέλονο, κουρεμένο με την ψιλή, να προεξέχουν τα αυτιά και να προκαλούν τους μεγάλους για καθημερινό κούρντισμα ή ξερίζωμα.

Η Αννα, θηλυκό, μεγαλοκοπέλα ανέκαθεν, ψηλή με ξερακιανά πόδια και γουρλωμένα, άγρια μάτια από ξεθωριασμένο γαλάζιο· και χρυσή καρδιά. Όχι που να το παινευτεί η Αγαθή, η μάνα της, αλλά σαν την Αννα της δεν υπήρχε δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, εις ην περίπτωσιν τη βάζανε στη σούμα... Χρυσοχέρα, καθαρή, τίμια και άβγαλτη, με το κατιτί της, όπως και να το κάνουμε· χρυσή καρδιά, τέλος πάντων κι όλα τα άλλα τι να τα κάνεις, καλέ. Αχ... τύχη, καλή τύχη μονάχα να έχει το χρυσό της. Τι της λείπει δηλαδή, μαρ' Κατίνα; Όχι, ας το πει όποιος κοτάει· τι; Εδώ βολεύτηκαν καν και καν, ας μην ονομάσω τώρα, θου, Κύριε, σταυροκοπιόταν, συγχύζονταν και τραβούσε, με νόημα, την ξεχειλωμένη μπλούζα της, ξέρεις εσύ.

Ήξερε η Κατίνα πως έτσι ήταν, περίπου, και δε μιλούσε...

Ένα ένα τα κορίτσια του δρόμου μας -και όχι βέβαια πως ήταν όλα "καν και καν" - βολεύονταν, καλοπαντρεύονταν και χάνονταν. Και μοναχά κάπου κάπου γινόταν κουβέντα γι' αυτά, όταν εμφανίζονταν σε γάμους και βαφτίσια, που τα βλέπαμε φουσκωμένα, γκαστρωμένα μόνιμα, θαρρείς.

Αυτά είναι τυχερά πράματα, Αγαθή μου, γραμμένα κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Μπορούμε να τα βάλουμε με το Θεό τώρα; Αχ... καλότυχα να 'ναι όλα και καλοδιαλεγμένα. Δυο τις είχε η μάνα μου, μοσχαναθρεμμέ-νες και μυξοπαινεμένες, αλλά μαθητούδι η μία και νήπιο η άλλη, είχαμε καιρό. Μην το λες, μην το λες, σε τέτοια, σειρά δεν μπαίνει. Ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου, φαρμάκωνε η Σωτηρία της Σοφούλας της "τσαμπούκ", και χαμήλωνε τα μάτια η Αγαθή, για να μετρήσει μονάχη της, βουβά, τους Μάηδες κι Απρίληδες της Αννας της, που όχι πως την πήραν τα χρόνια δα, αλλά...

Μωρέ την είχαν καλοπάρει και καλοσηκώσει τα χρόνια την Αννα της και ψηλή ήταν και γουρλομάτα ήταν και αχλάδα ήταν. Απ' τα χαράματα στο δρόμο η χρυσοχέρα, μέχρι το θάμπωμα, με τη σκούπα στο χέρι, να ξεριζώνει χορταρικά και χώματα που έδεναν τις πέτρες του κακοτράχαλου κατήφορου, κάνοντας τον έτσι περισσότερο εχθρικό για τα μονίμως ματωμένα μας γόνατα.

Τα άλλα τι μας νοιάζαν εμάς; Αγόρια εμείς, σιγουρεμένα στα παντελόνια μας απ' τα γεννοφάσκια, ας κάναν καλά με τα θηλυκά τους αυτοί που τα είχαν. Οι συμφορές, βλέπεις, έρχονταν από πάνω -ή από κάτω;- και πώς να τις ελέγξεις ή να τις κρατήσεις; Κάθε κορίτσι κι ένα δυστύχημα και μύρια προβλήματα με τη γέννηση του. Καβγάδες, χωρισμοί από κοίτης και τραπέζης, βουβαμάρα απ' τον ντροπιασμένο πατέρα που δε συγχωρούσε με τίποτα το σφάλμα της λεχώνας. Καημός και ντροπή: άλλο ένα θηλυκό στο σόι και τι να το κάνουμε; Καημός και πρόβλημα μέγα: η προίκα του. Η τιμή του - όχι το πόσο πάει, αλλά η άλλη που τιμή δεν είχε και χαρά σ' όποιο την είχε, τουτέστιν η κοινωνική υπόληψις, η αγνότης, η παρθενία - ερχόταν αργότερα, σαν μεγάλωνε και σχηματίζονταν. Με τι μούτρα θ' αντίκριζε ο κακότυχος πατέρας, σόγια και φίλους; Αλλο ένα βρακί στο σπίτι του διακύβευε επικίνδυνα τον, περί πολλού, ανδρισμό του και το κρυφό υγρό του σπόρου του.

Κι η προίκα; Με το που γεννιόταν θηλυκό, πρόβαλε το ερώτημα: Τι θα της δώσουμε; Και ξέραν πως τίποτα δεν είχαν να δώσουν, ούτε και πολλές ελπίδες, είχαν ν' αποχτήσουν αργότερα, όταν ερχόταν η ώρα η καλή.

Προσφυγιά στοιβαγμένη, "βολεμένη" στους γύρω συνοικισμούς της πόλης, κάτω απ' ένα κεραμίδι ή λαμαρίνα και πισσόχαρτο, μακριά απ' τους ηλίθιους του ρομαντισμού που υμνούσαν τον μουσικό θόρυβο της βροχής πάνω στον τσίγκο. Δεν είδαν αυτοί τις λεκάνες, τα ταψιάκαι τα τεντζερέδια που γέμιζαν τα κρεβάτια και τα τραπέζια, για να μαζεύουν το βρόχινο νερό που ο καλός Θεός τους έστελνε ίσια στον κυνηγημένο ύπνο τους. Η μάνα μου, σε κάθε σκεύος, έβαζε πετσέτες και πεσκίρια, για να μην πιτσιλάει ολόγυρα το νερό που έτρεχε από ψηλά.

Για ποια προίκα να μιλήσουν λοιπόν; Τι είχαν, τι κουβάλησαν απ' την Ανατολή και τι απόχτησαν εδώ για να σιγουρευτούν;

Η τιμή, ωστόσο, που τιμή δεν είχε... ερχόταν αργότερα. "Για μια τιμή ζούμε", έλεγαν και σφούγγιζαν με τις χερούκλες τους το κούτελο οι αρσενικοί. "Για ένα όνομα στην κοινωνία", ακουγόταν συχνά, σαν αντίβαρο της ανέχειας. Και φυσικά, "καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τ' όνομα", ορμήνευαν ολημερίς τις κόρες τους, που απ' αυτές, κυρίως, εξαρτιόταν το πολύτιμο αυτό πανωπροίκι. Δε λείπαν, βέβαια, προς ενίσχυση όλων αυτών, τα παραδείγματα προς αποφυγήν, για την τάδε πομπεμένη που "ακούστηκε" ή τη δείνα προγκεμένη που "την πήρε στο στόμα του όλος ο μαχαλάς". Τι κυνηγητά, παρακολουθήσεις, ξυλοδαρμοί, τι κουρέματα και φονικά ακόμα, από πατεράδες, αδέρφια και ξαδέρφια, στο όνομα του καθαρού κούτελου.

Και τα θηλυκά χαμήλωναν τα μάτια και χάναν τη λαλιά τους, ζάρωναν και βούλιαζαν και δέχονταν μοιρολατρικά το γραμμένο του φύλου τους। Πού σκέψη για αντίλογο, αντίρρηση ή διεκδίκηση και επανάσταση; Ανακαλύφθηκε αργά γι' αυτές τις έρμες η πιπίλα του "φεμινισμού" που μηρυκάζουν τώρα οι διάφοροι σύλλογοι και ενώσεις άλλων στερημένων γυναικών που ξεφυτρώνουν κάθε τρεις και δύο। Ζάρωναν και βουβαίνονταν καθώς περίμεναν πίσω από τραβηγμένεςκουρτίνες και κατεβασμένες γρίλιες, τι; Μήπως ξέραν κι αυτές; Έναν άγνωστον, βέβαια, που θα τις έβγαζε από δω μέσα, με στεφάνι στο κεφάλι και βέρα χρυσή, φυσικά, στο χέρι, μετά δόξης και τιμής, κι άντε να ξεμπερδεύουμε.

Κατατρεγμένοι άνθρωποι, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει γι' αυτό। Η τιμή τους, ό,τι είχαν και δεν είχαν, μαζί με την πασίγνωστη εργατικότητα, το μεράκι και κιμπαρλίκι τους। Ξεριζωμένοι είκοσι πέντε χιλιάδες, περίπου, πρόσφυγες απ' τα μέρη της Μικράς Ασίας, ήρθαν εδώ με το βρακί που φορούσαν για ν' αντιμετωπίσουν κατάμουτρα προβλήματα κατοικίας, εργασίας, υγείας και προσαρμογής. Έσκυψαν αγόγγυστα στη νέα γη οι περισσότεροι, που άγονη, ξερή και πετρωμένη, τους έδινε μόνο καπνόφυλλα και σίκαλη. Ακόμα έχουμε, θαρρώ, απ' τον παππού μου τονΝτελή ένα κομμάτι στον κλήρο της Παλιάς Καβάλας, που ούτε σίκαλη δεν είναι άξιο να φυτρώσει και κατάντησε βοσκότοπος για γίδια ή πίστα αγωνιστική μηχανόβιων καβαλαραίων. Οι υπόλοιποι απ' αυτούς μπήκαν στα καπνομάγαζα, στην τόγκα ή γίναν τεχνίτες, ραφτάδεςκαι μαραγκοί, σαντράτσηδες και σαμαράδες ή μερακλήδες του πατσά και της μπουγάτσας, στις γωνιές και τα περάσματα των δρόμων. Μεροδούλι - μεροφάι και χτικιό, να φτύνουν αίμα και να γαμοσταυρώνουν κυβερνήσεις και αγίους, να κατεβάζουν καντήλια και να αναποδογυρίζουν πεθαμένους.

Εμείς, ευτυχώς, είχαμε το σπίτι μας· και δυο θηλυκά, βέβαια. Προικώο της μάνας μου εκείνος ο δίπατος τσατμάς, με τα τούρκικα κεραμίδια και τα ανάγλυφα ξόμπλια. Και έτσι βρεθήκαμε στα σύνορα Αγίας Βαρβάρας και Πεντακοσίων, στην κορυφή του απότομου κατήφορου της Λεωνίδου που έβγαζε ίσια στη μεγάλη θάλασσα. Ίδιος κι απαράλλαχτος, δηλαδή, με τους άλλους δρόμους της πόλης μας. Απότομοι κατήφοροι που χάνονταν στους δυο μεγάλους κόλπους του νερού. Και τα σπίτια, καβάλα το ένα πάνω στο άλλο, "αμφιθεατρικά" και "γραφικά" τοποθετημένα, δώσαν -υποστηρίζουν μερικοί, αφελέστατοι- το όνομα στην πόλη: Καβάλα. Τρίχες.

Έτσι βρεθήκαμε, λοιπόν, αντικριστά με την Αννα μας.

Γκαρσόνι ο πατέρας της, έσερνε το δεξί του πόδι για να θρέψει τρία γυναικεία στόματα - υπήρχε κι άλλη αδερφή, ελεύθερη κι αυτή· μεγαλοκοπέλα, ανέκαθεν. Αυτό το "ανέκαθεν" είχε όγκο και σχήμα συγκεκριμένο, χρώμα και μυρουδιά αναγνωρίσιμη και προχωρημένη αφυδάτωση. Είναι μερικά θηλυκά που, άσ' τα να πάνε και να μη γυρίσουν, γεννιούνται, θαρρείς, για να μείνουν στο ράφι, ες αεί. Ανήλικα ακόμα και περισσότερο αργότερα, βέβαια, κουβαλάνε τη σφραγίδα του τίτλου επάνω τους, που βροντοφωνάζει από μακριά κι άντε να τα πλησιάσει αρσενικός. Δεν είναι τόσο η όποια ασχήμια που έχουν, γιατί είδα εγώ να παντρεύονται κάτι θηλυκά ξεπλύματα και ξερατά, που λυπόταν η ψυχή μου τους γαμπρούς δίπλα τους - ομορφόπαιδα, ως επί το πλείστον, σ' αυτές τις περιπτώσεις, Απ' τα μυστήρια της ζωής κι αυτό, κι άντε να το εξηγήσεις. Εγώ, ωστόσο, θαρρώ πως κατέχω αυτό το μυστικό, αλλά τ' αφήνω για μια άλλη φορά. Ας μη λέμε τέτοια τώρα και βγάζουμε άπλυτα στη φόρα και ξύνουμε πληγές αγιάτρευτες. Δεν είναι λοιπόν τόσο η ασχήμια που κουβαλάνε επάνω τους, αλλά κυρίως και κατά πρώτον, η μιζέρια που ντύνονται σ' όλες τις στιγμές και ώρες τους. Κακομοιριά και ζόφος, πικραντεριά και κλάψα, ξεφυσήματα, αναστεναγμοί και δε συμμαζεύονται. Και είχε η γειτονιά μας τέτοιες σωρό. Γεροντοκόρες, ανέκαθεν. Λες και τις μάζεψαν και τις στρίμωξαν εκεί, σ' εκείνα τα δικά μας μπαΐρια. Η κουμλού Ζηνοβία, η τρελοκαμπέρω Αρτεμισία, η ξερακιανή Μαριάνθη, η Ευγενία, η Σοφούλα η τσαμπούκ, η Αννα μας...

Η Αννα του Κλήδονα.

Ιούνιος μήνας, του Αϊ-Γιαννιού του Ριζικάρη και φούντωναν οι νυχτερινές φωτιές, με τραγούδια και χάχανα, μέσα στο μεθυστικό λαχάνιασμα και στη μυρουδιά του καμένου ξύλου ελευθερώνονταν τα όνειρα κι ανέβαιναν ψηλά, πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών, εκεί που καρτερούσαν το ταξίδι κι η φυγή των κρυφών πόθων και των φυλακισμένων επιθυμιών, να δροσιστούν στο αεράκι της μεγεμένης νύχτας, της μοίρας και του θαύματος.

Και η Αννα, πρώτη και καλύτερη, εκεί, να μαζέψει ξύλα για τις φωτιές του ξεφαντώματος. Πρώτη να τρέξει σε τρεις βρύσες ή τρία σπίτια που κατοικούσαν μονοστέφανες, να κουβαλήσει τ' αμίλητο νερό, για να ρίξει μέσα τα ριζικάρια, σκουλαρίκια, σταυρούς, χάντρες ή κουμπιά:

''Κλειδώσατε τον Κλήδονα στ' Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι όποιος είν' καλορίζικος πρωί θα ξενεφάνει।"



Για να δει το πρωί, κάθε φορά, στο ξεκλείδωμα, το ριζικό της το μαύρο και σκοτεινό:
"Ανοίξατε τον Κλήδονα να βγει χαριτωμένος να βγει ένας αγγούραρος θεριός θεριακωμένος."



Να ρίξει τ' ασπράδι του αυγού στο νερό, να δει η έρμη σχήματα και μορφές της τύχης της. Δε βάζω στο λογαριασμό τα κουφέτα που μάζευε με τις χούφτες, όλο το χρόνο, από νυφιάτικα κρεβάτια και. τα 'βαζε στο μαξιλάρι της να ονειρευτεί παλικάρια και καβαλάρηδες. Δεν ξέρω τι ονειρευόταν εκείνα τα βράδια, αλλά συχνά την έβλεπα, κάτι δευτεριάτικα πρωινά, να μασουλάει κουφέτα, με μίσος, θαρρώ. Τα ίδια και χειρότερα τραβούσε με τις φανουρόπιτεςκαι τι να της φανερώσει ο Αγιος, που, στο κάτω κάτω, άντρας ήταν κι αυτός και μάτια είχε και γούστα. Ασε το πόσες φορές έγραψε τ όνομα της στο γοβάκι της νύφης, για να ψάχνει, κάθε φορά, να δει αν και πόσο καλοσβήστηκε, πράμα που σήμαινε και το γρήγοροτου επερχόμενου τυχερού. Θυμάμαι μια φορά, τι καβγάς φούντωσε, τι τσιρίδα και μαλλιοτράβηγμα έπεσε, όταν όλα τα κοριτσόπουλα γράψαν το μικρό τους όνομα στην πολύτιμη νυφιάτικη σόλα και δεν έμεινε χώρος για να χαράξει το δικό της η Αννα κι έπρεπε να το γράψει - γιατί θα το έγραφε οπωσδήποτε - στη μικρή καμάρα που, βέβαια, ήταν σίγουρο πως δε θα σβήνονταν ποτέ. Λες και τις τόσες φορές που το 'γραψε πρώτη αυτή, στο κέντρο του πατούμενου, και σβήστηκε και φαγώθηκε, είδε χαΐρι και προκοπή.

Είκοσι τρεις Ιουνίου λοιπόν, παραμονή του ΑΪ-Γιαννιού και τότε. Ανάψαμε κι εμείς στο δρόμο μας τρεις φωτιές που οι φλόγες τους πήγαν ν' αγκαλιάσουν τη γειτονιά, ανάμεσα σε γέλια, ξεφωνητά και καβγάδες, φυσικά και τις πηδήξαμε πολλές και πολλές φορές, ίσια και σταυρωτά καιλαχανιάσαμε και ιδρώσαμε, καπνιστήκαμε και τσουρουφλιστήκαμε στο άτσαλο τρεχαλητό μας.


Κι αφού καταλάγιασαν τα όμορφα τραγούδια, τα γεμάτα έρωτα και πόθο, προσμονή κι ελπίδα για νύφες και νεράιδες, ομορφονιούς και καβαλάρηδες, τα κορίτσια του δρόμου μας μάζεψαν λίγη απ' τη ζεστή ακόμα στάχτη της φωτιάς στα πιάτα τους, για να τα βάλουν πάνω στα κεραμίδια των σπιτιών τους, να τη δούνε τ' άστρα της εξαίσιας αυτής νύχτας και να κατεβούνε οι Μοίρες να τη μοιράνουνε για να πάρει μαντική και τελεσματική δύναμη και να σχηματίσει στην επιφάνεια της όνομα αρσενικό ή να φανερώσει σημάδι από επάγγελμα αντρικό. Να ξέρουν, δηλαδή, τι να περιμένουν στα κρυφά και χνοτιασμένα τους όνειρα ή στα καλέσματα και τα προξενιά που θα ερχόταν. Μάζεψε κι η Αννα πυρωμένη στάχτη σ' ένα μεγάλο σινί, το σταύρωσε, το έφτυσε τρις κι αφού το 'στρωσε στα κεραμίδια του σπιτιού της, αποτραβήχτηκε στην κουρασμένη προσμονή της, σίγουρη κι αυτή τη φορά για το αίσιον αποτέλεσμα. Εμείς τ αγόρια μείναμε, φυσικά, κάτι παραπάνω. Να πούμε τα δικά μας. Όνειρα και πόθοι ασχημάτιστοι ακόμα, μπερδεύονταν με σκανδαλιές και κατορθώματα. Ξύλινα σπαθιά και τενεκεδένιες ασπίδες μπλέκονταν με τα άγουρα στήθια των κοριτσιών που άρχιζαν να σχηματίζονται κι ακόμα, με τα απλωμένα γυναικεία εσώρουχα τηςμπουγάδας, σχέδια για το μεθαυριανό μας μέστωμα, για τη φυγή μας στο όμορφο και μεθυστικό άγνωστο, μέσα από φώτα, μουσικές και ιαχές ατέλειωτων λεωφόρων. Πού να 'ξερε ο καθένας μας, τότε, τι δρόμο θα τραβούσε αργότερα, σε ποιους διαδρόμους και μονοπάτια θα χάνονταν της ζωής. Πού να 'ξερα τότε ότι, χρόνια μετά, θα γυρνούσα το κεφάλι πίσω, με τόση γλύκα και παράπονο.

Πάντως, εκείνο το βράδυ της έξαψης, ο Αναστάσης ο φιρφιρής ήταν που έριξε την ιδέα, όπως έτρωγε το βραδινό του, μια φετάρα ψωμί βουτηγμένη στο λάδι, με ρίγανη κι αλάτι χοντρό μπόλικο από πάνω. Έτσι που τα κεραμίδια της Αννας μπαίναν στο χώμα και τις πέτρες απ' την πάνω μεριά του δρόμου μας ο κλήδονας της δικής της απλωμένης στάχτης ήταν σχεδόν στα πόδια μας προκλητικός κι ανυπεράσπιστος. Στην αρχή, με προφυλάξεις έτριψε ψίχουλα απ' το ψωμί του, μετά, με θράσος έκοψε κομμάτια λαδωμένα και τα 'ριξε στο νυχτερινό σινί των άστρων και του ριζικού της Αννας της γουρλομάτας. Κι έτσι η τσογλανοπαρέα, μέσα σε γέλια και συνωμοτικά σπρωξίματα, ευχαριστημένη για το κατόρθωμα της και τις αυριανές συνέπειες αυτού, διαλύθηκε τη νύχτα εκείνη του Αϊ-Γιαννιού του κλήδονα, του ριζικάρη.

Το πρωί, με ξύπνησαν ξεφωνητά κι αλαλαγμοί: "Ψωμάς... ψωμάς... φούρναρης καλέ... Να, ολοφάνερο το σημάδι...". Κι η Αννα με την πουκαμίσα και χωρίς τη σκούπα στο χέρι αυτή τη φορά, καταμεσής του απότομου κατήφορου, κρατούσε το σινί, το σήκωνε και το περιέφερε κράζοντας να βγει όλη η γειτονιά, να δει το θαύμα. "Φούρναρης καλέ... Να, ο ΑΪ-Γιάννης το 'δειξε... Ψωμάς... ψωμάς... κοιτάχτε..." επέμενε, να βγουν οι γειτόνισσες και τα γειτονοπούλα να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τα κομμάτια του λαδωμένου ψωμιού που της έστειλε ο Αγιος της βραδιάς, να πιστέψουν αυτή τη φορά, για να μην έχουν ν' αμφιβάλλουν μετά και να λένε πίσω απ' την πλάτητης τα μύρια όσα.

Πρόλαβα και είδα την Αγαθή, τη μάνα της, μέσα στο σπίτι τους να σταυροκοπιέται απανωτά. Για το θαύμα άραγες του Αγίου και να βγει αληθινό ή για την αλαφράδα της κόρης της κι ο Θεός να βάλει το χέρι του από δω και πέρα; Ποτέ δεν έμαθα.

Η μάνα μου μού φάνηκε πως βούρκωσε. Για το σημάδι του κλήδονα αυτή, για τη συμφορά της γειτόνισσας ή για τη μακρινή τύχη των δύο αδερφάδων μου; Πού να 'ξερα τότε.

Πάντως, η Αννα μας από κείνη τη μέρα και κάθε πρωινό, μετά, καλοντυμένη και στολισμένη φρεγάτα με σκουλαρίκια, γιορντάνια, μπακίρια κι ό,τι άλλο είχε ή έβρισκε, ξεκινούσε για ψωμί, παίρνοντας σβάρνα όλους τους φούρνους, Αγίας Βαρβάρας, Πεντακοσίων, Σούγιολου και βάλε.

Από Ξάνθη και Δράμα τη συμμάζευαν οι δικοί της, αργότερα.

Όταν άρχισαν να τρέχουν το κατόπι της τα παιδιά.