Translate

Ανωνύμου Εταιρίας καπνών και πέραν θαλάσσης*



Αξιώτης Διαμαντής

    Θα σε υποδεχτώ από την πλευρά της θάλασσας. Να σου δείξω την πρώτη πόλη μου, ριζωμένη επάνω στον κεκλιμένο βράχο από γρανίτη, σε σχήμα αμυγδάλου ή κεφαλής αλόγου, κατά τη ρήση των παλαιών περιηγητών όταν ξεπέζευαν εδώ για να ξεδιψάσουν και να καταλύσουν στα, εκτός των τειχών, χάνια, πριν συνεχίσουν την πορεία τους προς ανατολάς. Έτσι, διακόπτοντας την καβάλα του ταξιδιού τους, ονομάτισαν, χάριν της μεταξύ τους συνεννοήσεως, τον περίκλει­στο αυτό τόπο, αγνοώντας την αρχαία πόλη Σκάβαλα, που τα ερείπια της κείτονται ακόμη σκεπασμένα στα βορινά υψώματα. 
Να σου δείξω το δρόμο των Φράγκων, των Λομβαρδών, των Ενετών και των κουρσάρων. Οι Σέρβοι, κι αργότερα οι Βούλγαροι, ήρθαν από το Βορρά. Οι Τούρκοι από την Ανατολή. Οι θάσιοι κατακτητές των με­ταλλείων του Παγγαίου και του χρυσού της Σκαπτής Ύλης, αναγκα­στικά, από το Νότο.

    Νεάπολις, Χριστούπολις, Καβάλα, εδώ γεννήθηκα. Ανάμεσα στα δύο ποτάμια και στη σκιά του όρους Συμβόλου. Έκοψα νόμισμα χρυσό και απεικόνισα το κεφάλι της Γοργόνας. Πλακόστρωσα μία οδό και την είπα Εγνατία, να περάσει ο Παύλος για τη βάπτιση της πρώτης χρι­στιανής στα νερά του ποταμού Ζυγάκτη. Στα ίδια νερά που τώρα βα­πτίζονται ομαδικώς οι αλλόθρησκοι πένητες της Αλβανίας.

    Ξέρω, σου τα λέω ανάκατα, όπως οι εικόνες στην ομίχλη και οι πέ­τρες των ναών κάτω από το χώμα. Όμως δεν γίνεται διαφορετικά, αφού εσύ ποτέ σου δεν χρίστηκες μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και δεν δάμασες κανένα Βουκεφάλα δεν άλλαξες εθνικότητες και δεν γκρέμι­σες θεούς για να λατρέψεις άλλους, δεν προσκύνησες την Τουρκιά, ούτε γύρισες το όνομα σου σε βουλγάρικο.
Εγώ έπαιζα ξέγνοιαστος με τη Μίτσε. Τον μπαμπά της τον έλεγαν Πένκο και ήταν Βούλγαρος. Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα μιλούσαμε. Νέμα τούκα, παπαγάλιζα, και γελούσαν οι μεγάλοι. Ο παππούς μου έβριζε τούρκικα κι ο πατέρας τις νύχτες ξήλωνε τα σανίδια στο πίσω καμαράκι, έβγαζε το χώμα, για να θάψει εκεί τον τενεκέ με το καλαμπόκι και το μπουκάλι με το λάδι. Έξι στόματα να ταΐσει, και δώδεκα μάτια κοίταζαν το σημάδι της ανθρακιάς στο μάγουλο. Στα παράθυρα κόλλες μπλε κι εφημερίδες. Τις νύχτες οι σκιές μεγάλωναν και άπλωναν στα βουνά του Τσαλ-Νταγ και της Καρατζόβας. Κι εκείνο τον Σεπτέμβρη του '44 κατηφόρισαν και μπήκαν στην πόλη οι άντρες με τα γένια και την ψείρα, να την ελευθερώσουν. «Αθάνατο Ε.Λ.Α.Σ., εμπρός», κι οι κοπέλες έπλεξαν δάφνες για τους άντρες του 26ου συντάγματος. Μπήκαν από τα βορινά υψώματα, Αι-Θανάσης, Σούγιουλου, να γεμίσουν τα σοκάκια, τους δρόμους και την πλατεία Φουάτ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ.

    Έλα τώρα να σε περάσω κάτω από τις, ογδόντα πήχεων ύψους, Καμά­ρες του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, που χωρίζουν την πόλη μου στα δύο. Να σου μετρήσω τις εξήντα υπερμεγέθεις αψίδες του υδραγω­γείου και να σε νίψω με ύδωρ ζωής εκ πηγής αναβλυζούσης εκ βράχων επί βουνού απέχοντος της πόλεως έναν σταθμόν.
Στα δύο η πόλη μου: Πέταλο καρφωμένο στον κόρφο της θάλασσας και γυμνή μοιχαλίδα καθισμένη στα γόνατα π' ανοίγει αυλάκι στην άμμο, να κυλήσει το Αιγαίο στην κοίτη του. Το παρελθόν αναδύεται στους καπνούς των τσιγάρων και στις μυρουδιές της Ανατολικής Θράκης. Το σπίτι των γονιών μου στη Στέρνα, οι μπαξέδες και τα καλά τους. Εκεί η παράδεισος, εδώ η ανέχεια και οι κατάρες. Μπαΐρια κακοτρά­χαλα και προσφυγιά στοιβαγμένη στον τσίγκο και το πισσόχαρτο, τον τσατμά και την κουρελού. Ο πατέρας έγινε σαμαράς σε κείνη την πα­ράγκα πίσω από τα Δικαστήρια. Κατέβαζαν αλόγατα και μουλάρια οι βουνίσιοι της Παλιάς Καβάλας, του Πλαταμώνα, της Λεκάνης και του Ζυγού, και άχνιζαν οι δρόμοι από την κοπριά και τα κάτουρα των ζώων. Στη φαγούρα της σίκαλης και στο χνούδι του σαζ κυλιόμουν τα καλοκαίρια, πίσω στην αποθήκη με τα τομάρια και τους ναλτσάδες. Τα ντουβάρια σαθρά, άφηναν σχισμές-περάσματα στα δωμάτια του ύπνου και του ντυμένου έρωτα των γειτόνων. Εκεί το πρώτο σάλεμα, η ηδονή κι ο μικρός σπασμός.
Τάγματα εθνοφρουράς, οι Μπουραντάδες, κι ο εμφύλιος ένας άλλος σπαραγμός. Ο πατέρας στις φυλακές της Δράμας κι η μάνα μας κουβάλησε κοσμήματα και λίρες σε ένα μαντίλι. Έβαλε πράσινο φυλλαράκι της Παναγίας στις πληγές του γόνατου, και δεν πονούσα. Οι πληγές των ανταρτών πονούσαν τους μεγάλους· και η ήττα του '49. Δυο χέρια με σήκωσαν και μ' ανέβασαν στο άλογο. Ο Μαύρος Καβαλάρης ανέμιζε στο καναβάτσο και καλούσε την εργατιά. Στην κεντρική πλατεία απλω­μένα τραπεζάκια του ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ. Στην κάτω γωνιά, στη σκιά των κυπαρισσιών, ο τάφος της Αιγυπτίας, όπως ονόμαζαν τη μητέρα του Πασά. Απέναντι τα θερινά ΕΣΠΕΡΟΣ και ΖΕΦΥΡΟΣ, αγιόκλημα και γιασεμί, ακακίες και τζαμπατζήδες των Πεντακοσίων και του Βύρωνα στα κλαδιά, να βλέπουν το καουμπόικο. Στον ΕΣΠΕΡΟ μάζεψε τους φο­βισμένους και άλαλους ο Πλαστήρας να τους μιλήσει. Ο Ελληνικός Συ­ναγερμός με πέντε βουλευτές στο νομό, κι ο Παπάγος αρχιστράτηγος· τι τα θες, τι τα ζητάς! Εγώ, από παιδί στους δρόμους, ανάμεσα στη μυ­ρουδιά των καπνόφυλλων και τα μακριά φουστάνια των γυναικών με τις χοντρές κάλτσες και τα βαριά υποδήματα. Ο βουλευτής Βένετης ήταν που άνοιξε το επάγγελμα· ήταν κλειστό και άβατο. Και το '53 μπήκε κόσμος και ντουνιάς στα μαγαζιά της τόγκας. Πώς θράφηκαν τόσα στόματα και πού στοιβάχτηκαν; Πρόσφυγες της Ανατολής, τσιπλάκηδες της Θάσου και πικραμένοι των γύρω χωριών. Μαύρα δάχτυλα και πι­κρά, ποτάμια ορμητικά στους δρόμους και οι πραμάτειες των μαγαζιών απλωμένες στο βαρβάτο μεροκάματο. Μια κάμαρη στα βράχια, το όνειρο, ένα κεραμίδι, να χώσουν το κεφάλι. Καβάλα τα σπίτια και τα νοικοκυ­ριά, ν' αγνατεύουν τη θάλασσα, το απέναντι νησί και το Όρος το Άγιον. Την πόλη την είπαν Κόκκινη.
Έβαλα μακρύ παντελόνι και ξύρισα το πρώτο χνούδι. Έμπαινα κρυ­φά στα σκοτάδια του ΑΤΤΙΚΟΝ, των ΟΛΥΜΠΙΩΝ και του ΡΕΞ, κι ερω­τευόμουν στο πατάρι της ΜΥΡΟΒΟΛΟΥ ΑΝΟΙΞΗΣ. Προφιτερόλ και μαύρα μπατιρόσπορα, η βόλτα στην Ομονοίας, το νυφοπάζαρο της Κυ­ριακής. Τα πάρτι του βερμούτ και της μπουκάλας· το φιλί. Κοντοκου­ρεμένα και άχαρα ντουρντουβάκια, καπέλο με την κουκουβάγια και σήμα χριστιανικόν: ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΑΡΡΕΝΩΝ ΚΑΒΑΛΑΣ. Η Ζωή τον Παιδιού στη μασχάλη και το Χτυποκάρδι στην κωλότσεπη.

    Να σου θυμίσω τη μέρα που είδα τον τρόμο στα βλέμματα των περαστι­κών και άκουσα τα εμβατήρια. «Επανάσταση» την είπαν και η 21η Απρι­λίου της «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών» έστησε στο κέντρο της πλα­τείας, στην παραλία και στο πέρασμα του Αγίου Σήλα το πουλί «εκ της τέφρας» με τον φαντάρο. Βουβάθηκα. Και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρο­νιάς υποδεχτήκαμε τον βασιλέα Κωνσταντίνο Β', τον Εξαδάχτυλο. Βγήκε στο μπαλκόνι του ΑΣΤΕΡΑ, μετά της συζύγου Άννης-Μαρίας και της βασιλομήτορος Φρειδερίκης· μιλούσε κι έτρεμε. Φύλαγε τις πλάτες του και ήλπιζε στα στρατεύματα της Κομοτηνής. Κρυφά έφυγε και πέταξε από το αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα για την Ιταλία. Δεν ξαναφάνηκε. Ψηφί­σαμε ΟΧΙ. Η χούντα σήκωσε κασμά και γκρέμισε τα πάντα. Πριόνισε τα κυπαρίσσια και έριξε τα αρχοντικά με τα αγάλματα. Έχτισε στα πεζο­δρόμια και στις γωνιές, να στενέψουν οι δρόμοι κι άλλο, προς δόξαν του τσιμέντου και του σίδερου. Πλακόστρωσε την πλατεία. Άσπρη, άνυδρη και άδενδρη, όμοια με τις άλλες. Κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο. Πολλοί προσκύνησαν και φίλησαν τα κατουρημένα.

    Στα δύο η πόλη μου: Αποδώ η θάλασσα, τα βράχια, εκείνο το κορίτσι με το στήθος της χούφτας μου κι οι φίλοι που έφυγαν αποκεί. το άγνωστο, τα φώτα, τα όνειρα και η φυγή. Να φύγουμε, λέγαμε, και δεν ξέραμε για πού. Να πάμε στη Σαλονίκη, να κατεβούμε στην Ελλάδα. να φύγουμε! Οι άλλοι έφυγαν εγώ βγήκα από τα τείχη και κατέβηκα στην καινούρ­για πόλη. Προβιβασμός της αντιπαροχής και των πολυώροφων οικοδο­μημάτων. Μ' αυτό τον τρόπο δραπέτευσα, αφήνοντας τις παλιές πέτρες να χορταριάζουν στην ακινησία της ιστορίας τους. Γρανίτης ντόπιος των Ελλήνων, το μακρό τείχος των Βυζαντινών, οι προσθήκες των Ενε­τών και τα αγκωνάρια των Τούρκων αντιστάθηκαν στις πολιορκίες και τους αποκλεισμούς πειρατών και εχθρών. Έκλεισαν μέσα τους το Ιερό της Παρθένου, το κονάκι και το Ιμαρέτ του Μουχαμάντ Αλή πασά, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Και τους μετέπειτα κατοίκους - Οθωμανούς, Χριστιανούς, Αρμένιους κι Εβραίους - που ζήτησαν άδεια από τον Σουλτάνο για να βγουν από τα τείχη, να κυριεύσουν άλλες πλαγιές και μπαΐρια. να χτίσουν εκκλησίες και αρχοντικά. Έτσι να σου δείξω τα εναπομείναντα περίτεχνα σπίτια της συνοικίας του Αγίου Ιωάννου και της οδού Κύπρου: τη Μεγάλη Λέσχη των κυριών της Φιλόπτωχου, τον πύργο του Δημαρχείου, την κατοικία του Άντολφ Βιξ, τη μονή Λαζαριστών το Ηρώον από κάτω, με τον πληγωμένο «Άγνωστο». Η Δόξα, οι Βυζαντινοί, οι Μακεδονομάχοι, οι τελετές, οι καταθέσεις στεφάνων και το βέβηλο σπρέι των ποδοσφαιρικών συνθημάτων. Τον Λέοντα τον με­τέφεραν και τον έστησαν αλλού.

    Ώρα για τσιγάρο. Ακουμπάς στο νοτισμένο τοίχο του καπνομάγαζου και βάζεις το αυτί σου στη σχισμή. Τα δάχτυλα σου κολλάν στην πίσσα της νικοτίνης κι ακούς το θόρυβο του κίτρινου φύλλου καθώς στοιβά­ζονταν στην τόγκα.
- Αυτά πάνε, σου ψιθυρίζω. Πέθαναν.
Η πίκρα του καπνόφυλλου στα μακριά φουστάνια των γυναικών με τα βαριά υποδήματα εξανεμίστηκε μαζί με το βαρβάτο μεροκάματο. Το ορμητικό ποτάμι των καπνεργατών, που είχαν παραδοθεί στην κίτρινη λάμψη των καπνόφυλλων και στο επιμελημένο αέρισμα, στέγνωσε και πάει. Οι νεκροί καπνεργάτες της εξέγερσης του 1928 έγιναν μπρού­ντζινο σύμπλεγμα, κακότεχνο, μπροστά από την περίβλεπτη καπναποθήκη του Κιζί Μιμίν, σημερινό ημιτελές Πνευματικό Κέντρο του Δή­μου. Οι ξενόφερτοι καπνέμποροι που, στο τσακίρ κέφι, πετούσαν το πιάνο της διασκέδασης στη θάλασσα, ανάβοντας επιδεικτικά τα τσι­γάρα τους με δολάρια, άφαντοι. Σκιές του μύθου τους, άφησαν πίσω προσόψεις μισογκρεμισμένων αρχοντικών με τρίγλυφα και παλμέτες. Ο βαυαρικός πύργος του Δημαρχείου, κατάλοιπο της έδρας του καπνε­μπόρου Πιέρ Έρτζοχ, Ανωνύμου Εταιρίας καπνών και πέραν θαλάσ­σης. Τα υπόλοιπα, σχεδόν εκατό, άριστα οχυρωμένα καπνομάγαζα - το πάλαι ποτέ παραθαλάσσιο τείχος της πόλης - θυσιάστηκαν στο βωμό της ανάπτυξης και στη λαίλαπα της αντιπαροχής.

   Βλέπω τα μάτια σου υγρά.
- Από τη διαφυγή των αερίων, της αμμωνίας και των φωσφορικών λιπασμάτων, απολογούμαι και ντρέπομαι.
- Το είχα υποπτευθεί από την ανατολική διάβρωση των αγαλμά­των, μου εκμυστηρεύεσαι.
Απλώς τηρούσαμε τα προσχήματα, σκέφτομαι. Όπως και οι Αρχές.

Διαμαντής Αξιώτης
Καβάλα, Οκτώβριος 2002

* (Στην πρώτη του μορφή, στην εφημ. Ελευθεροτυπία, «Βιβλιοθήκη», 23 Φεβρουαρίου 2001)

Δεν υπάρχουν σχόλια: