Οποιοσδήποτε δεν έχει γνωρίσει έναν
τέτοιο χώρο, είναι αδύνατον να συλλάβει τη μαγεία και τη βαθιά αγάπη που μπορεί
να του γεννήσει. Αναπολώ τη δεκαετία του '60. Παιδιά ακόμα, μαθητευόμενοι στα
επιπλοποιεία κοντά στις «Καμάρες», νιώθαμε μια ακατανίκητη έλξη για τον τόπο
όπου ναυπηγούνταν και συντηρούνταν τα σκάφη. Ο πατέρας του φίλου μου του Νίκου,
ένας άνθρωπος που πέρασε όλη του τη ζωή δουλεύοντας εκεί, μας επέτρεπε να
τριγυρνάμε τα μεσημέρια ανάμεσα στους καραβομαραγκούς. Παρατηρούσαμε με δέος
τους τεχνίτες κάτω από τους επιβλητικούς σκελετούς των πλοίων. Η τέχνη τους και
τα δημιουργήματά τους, εξέπεμπαν κάτι το μοναδικό.
Αλλοι πελεκούσαν τα ξύλα με το
σκεπάρνι κι άλλοι καλαφατίζανε, με τον ρυθμικό ήχο από τις ματσόλες - τακ, τακ,
τακ - να αντηχεί παντού. Όταν έβγαζαν τα σκάφη στην ξηρά πάνω στα γρασαρισμένα
δοκάρια, τρέχαμε κι εμείς ενθουσιασμένοι να βοηθήσουμε, σπρώχνοντας τις
μανέλλες στον “εργάτη”. Επικρατούσε πανδαιμόνιο από φωνές και ζωντάνια. Καπετάνιοι,
μαραγκοί, καλαφάτες και βοηθοί, όλοι τους ηλιοκαμένοι, με μαντίλια δεμένα στο
κεφάλι σαν θαλασσινοί κουρσάροι.
Τα φλόγιστρα καθάριζαν τα ύφαλα των
πλοίων και η έντονη μυρωδιά της πίσσας πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Στο έδαφος,
κάτω από τα σκάφη, απλώνονταν εργαλεία και υλικά: ζεμπίλια, καλέμια, ροκάνια,
στουπιά, καρφιά, τρυπάνια, ροκανίδια, σχοινιά, νεροβάρελα. Παρά τον σαματά και
την κάψα του ήλιου, έβλεπες ορισμένους εξαντλημένους εργάτες να ξεκουράζονται
ήσυχοι στη δροσιά που προσέφερε η καρίνα, ακριβώς κάτω από τον όγκο του
«θαλασσινού θηρίου». Τα πάντα ανέδιδαν μια χαρακτηριστική, αυθεντική μυρωδιά
θάλασσας και σκάφους.
Απέναντι
από το καρνάγιο, πλήθος τα μηχανουργεία και τα σιδηρουργεία που δούλευαν
πυρετωδώς ανάμεσα σε λυμένες μηχανές και μεγάλες προπέλες, για να αρματώσουν τα
σκάφη. Στις διπλανές καπναποθήκες εργάτες φορτοεκφορτωτές μετακινούσαν δέματα
καπνού.
Την ίδια στιγμή, το θαλασσινό αεράκι
έφερνε μια γλυκιά δροσιά, καθώς τα κύματα έσπαγαν απαλά στα πετραδάκια της
ακτής. Πιο ανοιχτά, τα αγκυροβολημένα καΐκια λικνίζονταν με την πλώρη στον
άνεμο.
Τι γαλήνιος, ειρηνικός τρόπος
ζωής... Ένας κόσμος παραδεισένιος, που δυστυχώς έχει χαθεί ανεπιστρεπτί.









